ΕΝΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΜΙΑ ΙΣΤΟΡΙΑ

“Οξειδώθηκα μες τη νοτιά των ανθρώπων…”

0

Ένα από τα σπουδαιότερα και γνωστότερα έργα της ελληνικής μουσικής, ένα από τα πλέον αξιομνημόνευτα αριστουργήματα του νεοελληνικού πολιτισμού, το Άξιον Εστί έχει εδραιωθεί πλήρως στη συνείδηση, στο μυαλό και στην καρδιά του κόσμου και στην ιστορία της  μουσικής μας.
Αν και ο Μίκης Θεοδωράκης είχε ήδη δώσει κάποια από τα πλέον εμβληματικά έργα του όπως τον Επιτάφιο, την Πολιτεία Α΄και Β’, την Όμορφη Πόλη, τη Μαγική Πόλη, το Τραγούδι του Νεκρού Αδελφού, το Αρχιπέλαγος, κ.ά, το Άξιον Εστί ήταν κάτι καινούργιο, ένα λαϊκό ορατόριο όπως χαρακτηρίστηκε, και προκάλεσε πολλές αντιδράσεις.

Ο αρχικός σκοπός των δημιουργών Μίκη Θεοδωράκη και Οδυσσέα Ελύτη ήταν να παρουσιαστεί το έργο στο Ηρώδειο, αλλά σύμφωνα με την κυβέρνηση “η παρουσία  Μπιθικώτση θεωρείται ανάρμοστη με την ιερότητα του χώρου”. Ο Μπιθικώτσης είχε ήδη δώσει μνημειώδεις και ασύγκριτες ερμηνείες, που χαρακτηρίζονται πλέον ως ιστορικές, σε έργα άλλων ποιητών όπως του νομπελίστα (την προηγούμενη χρονιά 1963) Γ. Σεφέρη, του Γ. Ρίτσου, του Δ. Χριστοδούλου, του Τ. Λειβαδίτη, του Κ. Βάρναλη κ.α. αλλά οι συντηρητικοί κύκλοι της εποχής ήταν ανένδοτοι και έβρισκαν κάθε λογής αστεία δικαιολογία για να κλείσουν το δρόμο προς το Ηρώδειο στο Άξιον Εστί.
Έτσι, η επίσημη πρώτη παρουσίαση του Άξιον Εστί αποφασίστηκε να γίνει στο κινηματοθέατρο Ρεξ.

Μετά την πρεμιέρα του έργου πολλές από τις κριτικές ήταν κάθε άλλο παρά κολακευτικές. Αντλώντας στοιχεία από τον ιστότοπο www.mikistheodorakis.gr, μπορούμε να δούμε κάποιες από αυτές που δημοσιεύτηκαν στον τύπο της εποχής. Στην αναφορά των ονομάτων των κριτικών τηρείται αυστηρά η γραφή τους, όπως αυτή φαίνεται στον τύπο της εποχής και παρουσιάζεται στο αρχείο του Μίκη Θεοδωράκη.

Αρχικά ο Γεώργιος Βώκος ισχυρίζεται ότι τα μικρόφωνα αλλοίωσαν εντελώς το αποτέλεσμα και, ενώ επαινεί σε γενικές γραμμές τον Μίκη για τις σπουδές του και το ταλέντο του, καταλήγει δηλώνοντας ότι δεν βρήκε αυτό που περίμενε στο Άξιον Εστί. Ο Διον. Γιατράς γράφει ότι αποκόμισε από τη μουσική του έργου “κατάθλιψη” και η Αλεξάνδρα Λαλαούνη, παρόλο που αρχικά αναφέρει ότι είναι από τους πρώτους που  αναγνώρισαν το ταλέντο του Μίκη, συνεχίζει λέγοντας ότι στο  Άξιον Εστί δεν βρίσκει  ούτε πνευματική καλλιέργεια ούτε αισθητική. Θεωρεί μάλιστα ότι η μουσική του έργου προκαλεί πλήξη και ότι ο Μπιθικώτσης ήταν μονότονος. Για τον αφηγητή Μάνο Κατράκη και τη μικτή χορωδία της Θάλειας Βυζαντίου εξέφρασε θετικά σχόλια.

Ενδιαφέρον παρουσιάζει η άποψη του Ιωάννη Γιαννούλη ο οποίος εκτοξεύει κατηγορίες κατά των δημιουργών, που σήμερα φαίνονται όχι μόνο παντελώς εσφαλμένες αλλά μοιάζουν τουλάχιστον φαιδρές και εκτός πραγματικότητας. Για τον Οδ. Ελύτη υποστηρίζει ότι “ζει στο δικό του κόσμο και οδεύοντας με τον πήγασό του, πιστεύει πως αφυπνίζει και οξύνει τη μνήμη του λαού. Γιατί πράγματι η ποίηση του Ελύτη μπορεί να μην είναι ένα λογοτεχνικό αριστούργημα, δεν είναι όμως άσεμνη ούτε αντιπατριωτική“. Όσο για τον Μίκη τον παρομοιάζει με κάτι μεταξύ λαϊκού Δεσπότη και Μωυσή που πιστεύει ότι τον έστειλε ο Θεός στη γη για να οδηγήσει το λαό στη γη της επαγγελίας. Τον δε Ψάλτη Θ. Δημητρίεφ τον  χαρακτηρίζει απαράδεκτο, ενώ  αναγνωρίζει τη χορωδία της Θ. Βυζαντίου και τον Κατράκη. Τέλος, για τον Μπιθικώτση εκφράζει μια συμπάθεια. Αξιοσημείωτη βέβαια και η αναφορά του SAGITTARIUS που χαρακτηρίζει το αποτέλεσμα του συνολικού εγχειρήματος ως αποκαρδιωτικό ενώ κατηγορεί τον Θεοδωράκη για “έλλειψη ρυθμικών και τονικών εναλλαγών η οποία οφείλεται στην ανύπαρκτη μέριμνά  του για  στοιχειωδώς  καλό γούστο“.

Από την άλλη πλευρά δεν έλειψαν και τα θετικά σχόλια για όλους τους συντελεστές όπως του Δ.Α. Χαμουδόπουλου παρόλο που τόνισε ότι δεν τον ικανοποίησε η σύνδεση μουσικού και ποιητικού μέρους. Η κριτική του Α. Κώστιου είναι καθόλα εγκωμιαστική αφού επαινεί όλους τους συντελεστές λέγοντας, μεταξύ άλλων, ότι “ο συνθέτης πέτυχε να αντλήσει όλη τη μουσικότητα από το δημιούργημα του ποιητή και να της δώσει την παλμική ζωντάνια των ήχων“.

Για το τέλος αφήνουμε τα σχόλια του πολύ γνωστού θεατρικού συγγραφέα, χρονογράφου και δημοσιογράφου Δημήτρη Ψαθά (1907-1979) ο οποίος ανέφερε ότι η πρώτη εκτέλεση του έργου ήταν μια “εξαιρετική μουσική μυσταγωγία” που συνάρπασε και συγκλόνισε το ακροατήριο. Επίσης, εκθείασε το συνθέτη λέγοντας ότι “ξεπέρασε τον εαυτό του δίνοντας μεγαλόπνοη μουσική φωνή στην ποίηση του Ελύτη” τονίζοντας και τη σεμνή παρουσία του Μπιθικώτση που ήταν, όπως αναφέρθηκε παραπάνω, η βασική αφορμή για να μην πρωτοπαρουσιαστεί το έργο στο Ηρώδειο.  Ο Ψαθάς τελείωσε την κριτική του αφήνοντας σαφέστατες κατηγορίες για την επιτροπή του Φεστιβάλ λόγω της άστοχης απόφασης αποκλεισμού του έργου από το Αρχαίο Ρωμαϊκό Ωδείο.

Γίνεται λοιπόν σαφές, από τα ανωτέρω (αρνητικά) σχόλια ότι αυτό που θεωρείται στην εποχή μας ως δεδομένο και έχει αναγνωριστεί πέραν πάσης αμφιβολίας, εν έτει 1964 δεν ήταν καθόλου αποδεκτό. Συντηρητισμός μαζί με κομματικά-εμφυλιοπολεμικά στερεότυπα, συν τις γενικότερες πολιτικοοικονομικές και κοινωνικές συνθήκες, όχι μόνο δεν αναγνώρισαν την αξία ενός έργου, που θεωρείται κλασικό, αλλά προέβησαν σε λοιδορίες κατά των δημιουργών Ελύτη και Θεοδωράκη και σε απαξιωτικά σχόλια εις βάρος των υπολοίπων.

Ο λαός βέβαια αποδέχτηκε γρήγορα το έργο αφού ο ομώνυμος δίσκος σημείωσε εντυπωσιακές πωλήσεις και τα τραγούδια αγαπήθηκαν όσο ελάχιστα ενώ και η γενικότερη καλλιτεχνική κριτική των επόμενων χρόνων το κατέταξε  σε δυσθεώρητα ύψη.

Στους καλύτερους χορευτές του κόσμου ο Χρήστος Ντέντης (video)

Previous article

Την ευθύνη της Σολυγείας ανέλαβε ο Σωτήρης Παπαδημητρίου

Next article

You may also like

Comments

Leave a reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *