ΙΣΤΟΡΙΑ

Μια μαρτυρία από τον Σαγγάριο

0
Tη μεγαλύτερη στρατιωτική επιχείρηση του νεότερου ελληνικού κράτους, τη συναρπαστική και περιπετειώδη εκστρατεία πέρα από τον Σαγγάριο ποταμό και ώς την Αγκυρα, τον Αύγουστο του 1921, αφηγείται ο Νίκος Κανελλόπουλος, καθηγητής Στρατιωτικής Ιστορίας στη Σχολή Ευελπίδων, στο βιβλίο «Πέραν του Σαγγάριου. Η κορύφωση της Μικρασιατικής Εκστρατείας». Η εκστρατεία ήταν το τελευταίο χαρτί εκ μέρους της Ελλάδας προκειμένου να λήξει υπέρ της η υπόθεση της Μικράς Ασίας με στρατιωτικά μέσα.

ΝΙΚΟΣ ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ
Πέραν του Σαγγάριου. Η κορύφωση της Μικρασιατικής Εκστρατείας
εκδ. Ασίνη, 2020, σελ. 186

Σε κάποια σελίδα της θαυμάσιας αφήγησης «Ανάπλους» του Θανάση Βαλτινού, ο πατέρας του συγγραφέα αποφασίζει να μεταφέρει σε ασφαλές μέρος την οικογένειά του, καθώς προαισθάνεται τις εμφύλιες συγκρούσεις που θα ξεσπάσουν στα χωριά της Πελοποννήσου. Ο γιος θυμάται: «Δύο μπόγοι με σκεπάσματα, άλλος ένας με αλλαξιές ρούχα και ένα κιβώτιο εκστρατείας με πιατικά. Ολη η οικοσκευή μας. Το κιβώτιο το είχε κουβαλήσει ο πατέρας μου από τον Σαγγάριο. Αναμνηστικό εκείνου του κλέους».


Τμήμα της Στρατιάς Μικράς Ασίας διαβαίνει τον Σαγγάριο τον Αύγουστο του 1921. Τη φωτογραφία τράβηξε ο Θεόδωρος Νικολέρης και προέρχεται από το βιβλίο «Η Μικρασιατική Εκστρατεία» του Νικολάου Ι. Μέρτζου, εκδόσεις Εταιρείας Μακεδονικών Σπουδών.

Εκείνο το κλέος, η εκστρατεία πέρα από τον Σαγγάριο ποταμό και ώς την Αγκυρα, τον Αύγουστο του 1921, είναι στ’ αλήθεια μία από τις πιο απίστευτες ιστορίες της νεότερης Ελλάδας. Αυτήν ακριβώς τη συναρπαστική, αγωνιώδη περιπέτεια αφηγείται ο Νίκος Κανελλόπουλος στο ανά χείρας τομίδιο. Οντας καθηγητής στρατιωτικής ιστορίας στη Σχολή Ευελπίδων, απόφοιτος της Σχολής Ικάρων και κάτοχος διδακτορικού διπλώματος στη στρατιωτική ιστορία, είναι ο κατάλληλος άνθρωπος να πράξει κάτι τέτοιο.

Το βιβλίο είναι μικρό, περιεκτικό, συνοπτικό αλλά πυκνό, με γραφή ευθύβολη, ιδανικός οδηγός σε περαιτέρω σχετικές αναγνώσεις, κυρίως όμως, στα δικά μου μάτια τουλάχιστον, ξεχωρίζει και για έναν ακόμη λόγο: συνδυάζει τη «μεγάλη» αφήγηση, δηλαδή την επίσημη ιστοριογραφία, με την μαρτυρία του απλού αξιωματικού και στρατιώτη. Οσο απίστευτο κι αν ακούγεται, αυτό το τόσο αυτονόητο δεν έχει ξαναγίνει, σε ό,τι αφορά τουλάχιστον τη συγκεκριμένη εκστρατεία, σε εγχειρίδιο στρατιωτικής ιστορίας.


Φάλαγγα της 12ης Μεραρχίας «βαδίζουσα προς Σαγγάριον υπό τον καυστικόν ήλιον του Αυγούστου». Τη φωτογραφία αυτή τράβηξε ο Θεόδωρος Νικολέρης και προέρχεται από το βιβλίο «Η Μικρασιατική Εκστρατεία» του Νικολάου Ι. Μέρτζου, εκδόσεις Εταιρείας Μακεδονικών Σπουδών.

Είναι πολύ δύσκολη η αφήγηση της εκστρατείας του Σαγγάριου. Κράτησε ένα μήνα και ήταν μια στρατιωτική επιχείρηση όχι με μία μόνον μάχη αλλά με δεκάδες: έτσι όπως συμμετείχαν μεγάλες μονάδες (σώματα στρατού και μεραρχίες), τα συντάγματα, τα τάγματα και οι λόχοι που υπάγονταν σε αυτές, διεξήγαγαν τις δικές τους μικρές ή μεγάλες μάχες, με αποτέλεσμα να έχουμε μια πανσπερμία ιδιαίτερα φονικών συγκρούσεων σε ένα τεράστιο μέτωπο εκατό χιλιομέτρων περίπου. Το λέει καλά ο Ν. Κανελλόπουλος: «Η εν λόγω εκστρατεία είναι η διαρκέστερη χρονικά και η μεγαλύτερη γεωγραφικά στρατιωτική επιχείρηση που ανέλαβε το νεότερο ελληνικό κράτος και μάλιστα σχεδόν αποκλειστικά με δικά του μέσα και πόρους. Εκατό χρόνια μετά την έναρξη της Ελληνικής Επανάστασης, ο ελληνικός στρατός προέλασε τον Αύγουστο του 1921 στα όρια της Αγκυρας». Πράγματι, και μόνον αυτή η σκέψη, εκατό χρόνια μετά πλέον, προκαλεί δέος.

Ας δούμε τους αριθμούς: η συνολική δύναμη της ελληνικής Στρατιάς ήταν τότε 5.500 αξιωματικοί και 178.000 οπλίτες, συγκροτημένη σε έντεκα μεραρχίες και μία ταξιαρχία ιππικού. Στον Σαγγάριο αξιοποιήθηκαν εννέα μεραρχίες (μοιραίο λάθος κατά τον Ν. Κανελλόπουλο και μάλλον έχει δίκιο). Οι άλλες δύο κάλυψαν τα άκρα των μετόπισθεν.

Από την άλλη πλευρά, οι Τούρκοι διέθεταν 16 μεραρχίες πεζικού, τρία ανεξάρτητα συντάγματα και μία ταξιαρχία ιππικού. Ωστόσο, οι συνθέσεις των μονάδων αυτών ήταν κατώτερες σε άνδρες. Οι τουρκικές μεραρχίες αριθμούσαν 5.000 άνδρες το πολύ η κάθε μία. Ομως είχαν το πλεονέκτημα να είναι πιο ευέλικτες και ευκολοδιοίκητες. Σύμφωνα με τη Διεύθυνση Ιστορίας Στρατού του ΓΕΣ, η μάχιμη δύναμη των Τούρκων υπολογίστηκε σε περίπου 90.000 άνδρες.

Η εκστρατεία ήταν το τελευταίο χαρτί εκ μέρους της Ελλάδας προκειμένου να λήξει υπέρ της η υπόθεση της Μικράς Ασίας με στρατιωτικά μέσα: η καταδίωξη του κεμαλικού στρατού και η πλήρης συντριβή αυτού, προσπάθεια που είχε ξεκινήσει από την άνοιξη του 1921, με την αποτυχημένη εαρινή επίθεση – την πρώτη, επί της ουσίας, ήττα της ελληνικής Στρατιάς στη Μικρά Ασία. Ακολούθησαν οι θερινές επιχειρήσεις κατάληψης του Εσκί Σεχίρ, του Αφιόν Καραχισάρ και της Κιουτάχειας, αποτελεσματικές, τακτικά μιλώντας, όμως ο αντικειμενικός σκοπός και πάλι δεν είχε επιτευχθεί: ο Κεμάλ και ο κύριος όγκος του στρατού του είχαν διαφύγει.

Σε αντίθεση με πρότερες στρατιωτικές επιχειρήσεις στη Μικρά Ασία, η συγκεκριμένη έγινε δεκτή από τους στρατιώτες με πολύ αρνητική διάθεση. Επιπλέον, ανώτατοι και επιτελικοί αξιωματικοί είχαν σοβαρές ενστάσεις ως προς τη σκοπιμότητα της εκστρατείας ή με το σχέδιο που επιλέχθηκε να ακολουθήσουν. Οπως αναφέρει και ο Ν. Κανελλόπουλος, οι δύο από τους τρεις διοικητές των τριών σωμάτων στρατού ήταν αρνητικοί, ενώ χαρακτηριστικό είναι το σκηνικό που εκτυλίσσεται στο Εσκί Σεχίρ, όταν ένας κουρασμένος, ασθενής Κωνσταντίνος παρασημοφορεί στρατιώτες και αυτοί φωνάζουν: «Απόλυσις! Θέλουμε να απολυθούμε!».

Κι όμως, πολέμησαν, αφού πρώτα διέσχισαν την επίγεια κόλαση που λέγεται Αλμυρά Ερημος. Υποτίθεται ότι η διάβασή της θα περιλάμβανε το στοιχείο του αιφνιδιασμού. Οι Τούρκοι όμως, από τις τρεις διακεκριμένες διαδοχικές αμυντικές τοποθεσίες, επί ζώνης βάθους είκοσι πέντε έως πενήντα χιλιομέτρων, όπου είχαν οργανωθεί, μπορούσαν να παρατηρήσουν από χιλιόμετρα μακριά τον κουρνιαχτό που σήκωναν μέσα στην έρημο οι χιλιάδες πεζοπορούντες Ελληνες, τα κάρα και τα άλογά τους.

Εξουθενωμένοι και με τσακισμένο ηθικό


Δύο Ελληνες πεσόντες από τις σφοδρές μάχες στο Καλέ Γκρότο, ανατολικά του Σαγγάριου. Τη φωτογραφία τράβηξε ο Θεόδωρος Νικολέρης και προέρχεται από το βιβλίο «Η Μικρασιατική Εκστρατεία» του Νικολάου Ι. Μέρτζου, εκδόσεις Εταιρείας Μακεδονικών Σπουδών.

Η μαρτυρική πορεία ξεκίνησε την 1η Αυγούστου και κράτησε δέκα ολόκληρες ημέρες. Στις 10-11 Αυγούστου οι Ελληνες συνάντησαν τις πρώτες οργανωμένες αμυντικές θέσεις των Τούρκων. Επί είκοσι συνεχείς ημέρες στα βάθη της Μικράς Ασίας διεξήχθησαν λυσσώδεις, φονικές μάχες σώμα με σώμα. Ο έφεδρος στρατιωτικός γιατρός Παναγιώτης Ι. Παναγιωτόπουλος γράφει στις «Αναμνήσεις εκ του Μακεδονικού, Ουκρανικού και Μικρασιατικού Μετώπου, 1917-1923» (Ιωλκός, 2003) ότι «Εντός 20 ημερών διήλθον από το Γ΄ Στρατιωτικόν Νοσοκομείον του Δορυλαίου δεκαεπτά και ημίσεια χιλιάδες τραυματίαι. Αμέτρητοι δε παθολογικοί πάσχοντες, “πτώματα” εκ της μεγάλης κοπώσεως και στερήσεων της θανατηφόρου εκείνης επιχειρήσεως, ήτις απετέφρωσεν τας πτέρυγας των τολμηρών Ελληνικών ονείρων κατά την πραγματοποίησίν των». Η νοσηλεύτρια Αννα Μελά Παπαδοπούλου φτάνει στο Εσκί Σεχίρ στις 27 Αυγούστου το πρωί. «Στα νοσοκομεία χιλιάδες τραυματίες, ανάμεσά τους πολλοί αυτοτραυματίες από την μάχη του Σαγγάριου. Την νύχτα έφθασαν άλλοι 600, αρκετοί απ’ αυτούς αξιωματικοί» (Αντώνης Θ. Σταυρίδης, «Αννα Μελά Παπαδοπούλου. Εκεί που δεν πεθαίνουν οι άνθρωποι», Μίλητος, χ.χ.).

Η τακτική του Κεμάλ ήταν «όχι γραμμή άμυνας αλλά πεδίο άμυνας»: τραβούσε συνεχώς τους άνδρες του ακόμα πιο βαθιά στην Ανατολή εξουθενώνοντας τους Ελληνες και φέρνοντάς τους σε αδιέξοδο. Το πρωινό της 29ης Αυγούστου 1921, ο Παπούλας και οι επιτελείς του σκέφτονται πια πολύ σοβαρά να τερματίσουν τον αγώνα καθώς όλοι βλέπουν πως είναι πια ολότελα άσκοπος. Η απόφαση αυτή θα είναι η χαριστική βολή στο ήδη τσακισμένο ηθικό των Ελλήνων στρατιωτών. Επιστρέφοντας, η Στρατιά Μικράς Ασίας είχε 23.520 άνδρες λιγότερους: νεκροί αξιωματικοί 217, τραυματίες 736, σύνολο εκτός μάχης 953. Νεκροί οπλίτες, 3.565, τραυματίες, 18.626, αγνοούμενοι 376, σύνολο 22.567. Περί τις 6.000 νεκρούς, 6.000 λιποτάκτες, 18.500 τραυματίες και 8.000 αγνοούμενους είχαν οι Τούρκοι.

Η εικόνα που παρουσίαζαν πολλές μονάδες της Στρατιάς μετά τον Σαγγάριο ήταν οικτρή, στα όρια της ανταρσίας και με αξιωματικούς ακόμα να λιποτακτούν. Το χειρότερο είναι ότι επί ένα σχεδόν χρόνο, οι εξαντλημένοι αυτοί άνδρες τέθηκαν σε πλήρη απραξία, αδημονώντας να βρεθεί πολιτική λύση. Στο μεταξύ, ο κεμαλικός στρατός αναδιοργανωνόταν πυρετωδώς. Ετσι, στις 13 Αυγούστου του 1922 οι Τούρκοι εξαπέλυσαν σφοδρή, μαζική επίθεση στην εξέχουσα του Αφιόν Καραχισάρ. Τα υπόλοιπα είναι Ιστορία.

ΠΗΓΗ: ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ

admin

Χάκερς υπέκλεψαν στοιχεία από εννέα εκατομμύρια πελάτες της EasyJet

Previous article

«Παράνομες Σαμοθράκη και Λήμνος» λένε οι Τούρκοι ανήμερα της Γενοκτονίας των Ποντίων

Next article

You may also like

Comments

Leave a reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *