ΙΣΤΟΡΙΑΚΟΡΙΝΘΙΑΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ

Το Γυμνάσιο της Κορίνθου τα πρώτα χρόνια λειτουργίας του (1873-1884)

0

Ματθαίου Χ. Ανδρεάδη (Μέρος Β ΄)

Γ. ΟΙ ΣΠΟΥ­ΔΕΣ ΣΤΟ ΓΥ­ΜΝΑ­ΣΙΟ ΚΑΙ Η ΚΟ­ΡΙΝ­ΘΟΣ

Ανδρέας Νοταράς. Ως υπουργός ε­πί των
Εκ­κλησια­στι­κών και Δη­μο­σί­ας Εκ­παι­δεύ­σε­ως
αποφάσισε την ίδρυση το 1872 του Γυμνασίου
Φωτογραφία: αρχείο Αριστείδης Γ. Έσσλιν

Η ε­γκα­τά­στα­ση του υ­πο­ψή­φιου σπου­δα­στού και μά­λι­στα του μη Κο­ρίνθιου νέ­ου στην Κό­ριν­θο (εν προ­κει­μέ­νω απ’ το 1873 και ύ­στε­ρα) για γυ­μνα­σιακές σπου­δές, α­πο­τε­λού­σε έ­να εν­δια­φέ­ρον μα­κρι­νό απ’ το χω­ριό του τα­ξί­δι στην άλ­λη ά­κρη του κό­σμου…

Νοι­κά­ρης κα­τά κα­νό­να, ή φι­λο­ξε­νού­με­νος σε συγ­γε­νείς, κου­βα­λούσε ό­λη την οι­κο­σκευ­ή του, τα κλι­νο­σκε­πά­σμα­τα, τον α­το­μι­κό του ρου­χι­σμό, την προ­σω­πι­κή του υ­πό­δη­ση (τσου­ρά­πια και τσα­ρού­χια συ­νή­θως) κα­θώς και την τρο­φο­δο­σί­α του της πρώ­της πε­ριό­δου, α­φού κα­τά κα­νό­να τα τρό­φι­μα τα έ­στελ­ναν απ’ το χω­ριό με “κο­φί­νι” ή στη “μαν­δή­λα” κα­μιά φο­ρά.

Τη δε­κα­ε­τί­α του 1870 η πό­λη της Κο­ρίν­θου δεν εί­χε ξε­πε­ρά­σει τους 2619 κα­τοί­κους, πε­ρί­που. Εί­χε ό­μως, με­τα­ξύ άλ­λων, πέ­ντε ε­μπο­ρι­κά κα­τα­στή­μα­τα, παντο­πω­λεί­α, το ξε­νο­δο­χεί­ο “Η Κό­ριν­θος” του Π. Ρό­κα, (ο ο­ποί­ος “ε­δέ­χε­το να προ­συμ­φω­νή ό­πως  πα­ρέ­χη μη­νιαί­αν τρο­φήν”), μα­γέ­ρι­κα ευ­πρε­πι­σμέ­να “με­τά δω­μα­τί­ων ύ­πνου κλπ. κα­θώς και πλα­τεί­ας ευ­ρυ­χώ­ρους, ων η κε­ντρι­κωτά­τη ε­νε­φυ­τεύ­θη και ε­γέ­νε­το σκιε­ρόν δά­σος, ως και ο­δούς κα­νο­νι­κάς(…) Πολ­λούς φα­νούς εις τας δια­φό­ρους ο­δούς” χω­ρίς πά­ντο­τε να φω­τί­ζουν διό­τι δεν φρό­ντι­ζαν να τους α­νά­βουν ή να τους ρί­χνουν λά­δι. Ο μα­θη­τής του Γυ­μνα­σί­ου βέ­βαια, ε­γκα­τε­στη­μέ­νος σ’ έ­να δω­μά­τιο με­λε­τού­σε τη νύ­χτα με λυ­χνά­ρι πάντα, την δε η­μέ­ρα ξε­κι­νού­σε για το Γυ­μνά­σιο, ό­που θα συ­να­ντού­σε τους άλ­λους συμ­μα­θη­τές του, που εί­χαν κι αυ­τοί τα ί­δια μ’ ε­κεί­νον προ­βλή­μα­τα κι α­ντιμε­τώ­πι­ζαν κι οι ί­διοι με την αυ­τήν κοι­νω­νι­κή συ­στο­λή τα πράγ­μα­τα της Κορίν­θου (μέ­ρους ξέ­νου απ’ το γνώ­ρι­μο χώ­ρο του παι­δι­κού τους πε­ρί­γυ­ρου). Κάπου-κά­που τολ­μού­σε με τους φί­λους του καμ­μιά κο­ντι­νή εκ­δρο­μή πε­ζο­πο­ρώ­ντας στην ε­ξο­χή. Το δεί­λι ό­μως μα­ζευό­ταν και βέ­βαια νω­ρίς το βρά­δυ κλει­νό­ταν στην ε­ρη­μιά και στην α­πο­μό­νω­ση, για να συ­νε­χί­σει πά­λι την ε­πο­μέ­νη τα μα­θήμα­τά του.

Το δι­δα­κτή­ριο της Κο­ρίν­θου απ’ την αρ­χή ή­ταν μι­σθω­μέ­νος χώ­ρος, για του ο­ποί­ου ό­μως την ευ­πρέ­πεια δεν μπο­ρού­σε να καυ­χη­θεί κα­νείς Κο­ρίνθιος. Δη­μο­σιο­γρά­φος πε­ρι­η­γού­με­νος την ε­παρ­χί­α, που έ­φθα­σε στην Κό­ριν­θο έγρα­φε: “…Διά να α­νεύ­ρω το Γυ­μνά­σιον η­ρώ­τη­σα σι­δη­ρουρ­γόν. “Πή­γαι­νε προς την εκ­κλη­σί­αν” μοι εί­πε “και ο­πί­σω α­πό αυ­τήν θα ι­δής έ­να σπί­τι σαν χά­λα­σμα (η υ­πο­γράμ­μι­ση του ί­διου), ε­κεί εί­ναι το σχο­λεί­ο””. Και εί­χε δίκαιον. Εις το κτί­ριον αυ­τό ευ­ρί­σκο­νται το τε Γυ­μνά­σιον και το Σχο­λαρ­χεί­ον, εν τη ά­κρα της πό­λε­ως. Ε­κεί δε έ­ξω ε­κτί­σθη και η μό­νη εκ­κλη­σί­α της πό­λεως και αυ­τή η­μι­τε­λής έ­ξω­θεν!” (εν­νο­ού­σε το να­ό του Απ. Παύ­λου). Ό­ταν ο δη­μοσιο­γρά­φος έ­φθα­σε στο Γυ­μνά­σιο δο­κί­μα­σε ζω­η­ρή έκ­πλη­ξη: “…Ο­ποί­αι πα­ραδό­σεις, ο­ποί­α κα­θί­σμα­τα, ο­ποί­α εν πά­σι σα­πρό­της και στε­νο­χω­ρί­α και α­κα­ταλλη­λό­της και α­νε­πάρ­κεια και ο­ποί­α πί­ε­σις εκ μέ­ρους μι­κρών και με­γά­λων ι­σχυ­ρών υ­πέρ α­να­ξί­ων μα­θη­τών! Ου­δα­μού της Α­να­το­λής υ­πάρ­χου­σι τοιαύ­τα εκ­παιδευ­τή­ρια ε­κτός των τουρ­κι­κών και τού­των ου­χί πά­ντων, ο­ποί­α πολ­λα­χού της Ελ­λά­δος!”.

Στο Γυ­μνά­σιο, σκο­πός του ο­ποί­ου ή­ταν η δια­νο­η­τι­κή παί­δευ­ση, η σωμα­τι­κή και η­θι­κή α­γω­γή και η ε­πι­στη­μο­νι­κή πα­ρα­σκευ­ή για υ­ψη­λό­τε­ρη ή αυ­τοτε­λή ε­πί­δο­ση του νέ­ου, δι­δά­σκο­νταν η Ελ­λη­νι­κή γλώσ­σα κα­τά τον τύ­πο των αρχαί­ων Ελ­λη­νι­κών, α­πλώς “συ­νε­πτυγ­μέ­νη ε­πί το α­πλού­στε­ρον και πε­ριέ­χουσα τους εις κα­θα­ρώς γρα­φό­με­νον και λα­λού­με­νον ύ­φος συ­νή­θεις τύ­πους”, ετυ­μο­λο­γί­α και σύ­ντα­ξη. Α­κό­μη κα­τή­χη­ση και Ιε­ρή Ι­στο­ρί­α (Πα­λαιά και Και­νή Δια­θή­κη), Ι­στο­ρί­α της Ελ­λά­δος και της Ρώ­μης, και λί­γα της πα­γκό­σμιας ι­στορί­ας, Γε­ω­γρα­φί­α της Ελ­λά­δος και άλ­λων χω­ρών, Μα­θη­μα­τι­κά, τα τέσ­σε­ρα “πάθη” του δε­κα­δι­κού, μέθοδοι και αρ­χές της άλ­γε­βρας, αρ­χές της Φυ­σι­κής Πει­ρα­μα­τι­κής και Φυ­σι­κής Ι­στο­ρί­ας, Γαλ­λι­κή γλώσ­σα και αρ­χές της Λα­τι­νι­κής, της Αν­θρω­πο­λο­γί­ας και της Η­θι­κής, Ζω­γρα­φι­κή, Καλ­λι­γρα­φί­α και Μου­σι­κή (Σχο­λή Εκ­κλη­σια­στι­κής μου­σι­κής άρ­χι­σε να λει­τουρ­γεί την ά­νοι­ξη του 1877 στην Κό­ριν­θο υ­πό τη διεύ­θυν­ση του πρω­το­ψάλ­τη Κων/νου Παπ­πά Γε­ωρ­γί­ου, στο να­ό του Απ. Παύ­λου, ό­που φοι­τού­σε ι­κα­νός α­ριθ­μός μα­θη­τών και δι­δά­σκο­νταν θε­ω­ρητι­κά και πρα­κτι­κά μα­θή­μα­τα). Αρ­γό­τε­ρα και μά­λι­στα το 1878 ει­σή­χθη η δι­δα­σκαλί­α των Νέ­ων Ελ­λη­νι­κών (με­τέ­πει­τα κλη­θεί­σα κα­θα­ρεύ­ου­σα γλώσ­σα), μειώ­θη­καν οι ώ­ρες δι­δα­σκα­λί­ας της Λα­τι­νι­κής και προ­στέ­θη­καν τα μα­θή­μα­τα Χη­μεί­ας, Υ­γιει­νής και Κο­σμο­γρα­φί­ας, με ει­σή­γη­ση του Κο­ρίν­θιου υ­πουρ­γού Δη­μη­τρί­ου Γ. Πε­τρί­δη.

Δ. ΟΙ ΔΙΑ­ΣΚΕ­ΔΑ­ΣΕΙΣ ΣΤΗΝ ΚΟ­ΡΙΝ­ΘΟ

Οι δια­σκε­δά­σεις του νέ­ου σπου­δα­στού στην Κό­ριν­θο ή­σαν άλ­λο­τε τα πα­νη­γύ­ρια, που το κα­θέ­να διαρ­κού­σε τρεις έ­ως ο­κτώ η­μέ­ρες, ό­που Έλ­λη­νες μου­σι­κοί και τρα­γου­δι­στές, α­νά­με­σα στ’ άλ­λα, α­ντι­λα­λού­σαν και Ελ­λη­νι­κά δη­μο­τι­κά ά­σμα­τα, άλ­λο­τε διά­φο­ρα “μπου­λού­κια” θε­α­τρι­κά, ιπ­πο­δρο­μια­κά και “σκοι­νο­βα­τι­κά”, ό­πως το Ι­τα­λι­κό του Φρα­γκί­σκου Νί­βα, τα ο­ποί­α έ­διναν πα­ρα­στά­σεις στον κή­πο του Με­ντζε­λό­που­λου, δια­σκευα­σμέ­νο σε πρό­χειρο θέ­α­τρο και των ο­ποί­ων την ά­φι­ξη συ­νή­θως (ό­πως και ο­ποιου­δή­πο­τε άλ­λου επαγ­γελ­μα­τί­α, α­κό­μη και πο­λι­τι­κού), “δια­βο­ού­σεν α­νά την πό­λιν” ο γε­νι­κός κή­ρυ­κας (τε­λά­λης) της Κο­ρίν­θου Μπαρ­μπα­θα­νά­σης.

Υ­πήρ­χαν και τα λε­γό­με­να “κα­φω­δεί­α” ως κέ­ντρα μου­σι­κής διασκε­δά­σε­ως, κα­φε­νεί­α δη­λα­δή, ό­που πρό­χει­ρα συ­γκρο­τή­μα­τα, θε­α­τρι­κά και μουσι­κά, τρα­γου­δού­σαν, κα­τά κα­νό­να, α­να­το­λι­κά ά­σμα­τα (α­μα­νέ­δες κ.ά.) με συ­νο­δεί­α σα­ντού­ρι. Ή­ταν άλ­λω­στε πα­λαιό έ­θι­μο να φθά­νουν στην πό­λη θί­α­σοι “Βο­εμί­δων” (“Μπο­έμ”) και να δί­νουν πα­ρα­στά­σεις στα κα­φε­νεί­α-“κα­φέ σαντάν” λε­γό­με­να, τα ο­ποί­α, βέ­βαια, ή­σαν υ­πό πα­ρα­κο­λού­θη­ση, διό­τι γί­νο­νταν α­φορ­μή σκαν­δά­λων και σκη­νών ό­χι “ευ­πρε­πών”. Σ’ αυ­τούς ό­λους τους χώρους προ­σέρ­χο­νταν, συ­νή­θως το φθι­νό­πω­ρο κα­τά τη συ­γκο­μι­δή και τις πρώ­τες πρω­το­ει­σπρά­ξεις απ’ την πώ­λη­ση των α­γρο­τι­κών προ­ϊ­ό­ντων και ι­διαί­τε­ρα της στα­φί­δος, Κο­ρίν­θιοι και ξέ­νοι, που ζού­σαν στην Κό­ριν­θο και την πε­ριοχή, για να δια­σκε­δά­σουν και να πα­ρα­κο­λου­θή­σουν τα θε­ά­μα­τα, τα α­κρο­ά­μα­τα και τους χο­ρούς, ως και τους εμ­φα­νι­ζό­με­νους “γό­η­τες και α­πα­τε­ώ­νες και εν γέ­νει τα παί­γνια, τα κι­νη­τά θέ­α­τρα κλπ.”.

Τα ή­θη της ε­πο­χής αλ­λά και οι α­στυ­νο­μι­κές δια­τά­ξεις δεν ε­πέ­τρε­παν σ’ ορι­σμέ­να κέ­ντρα την εί­σο­δο των νε­α­ρών και μά­λι­στα των σπου­δα­στών του Γυ­μνασί­ου, κα­θώς και άλ­λων. “Τα α­το­πή­μα­τα και αι α­σχη­μί­αι”, γε­νι­κά, οι α­σελ­γείς πα­ρα­στά­σεις, που ή­σαν α­ντί­θε­τες στα χρη­στά ή­θη, α­πα­γο­ρεύ­ο­νταν ως και τα ά­σμα­τα σε δη­μό­σια μέ­ρη, ι­διαί­τε­ρα ό­ταν ή­σαν υ­βρι­στι­κά κα­τά προ­σώ­που, ή ή­σαν α­ντί­θε­τα στα χρη­στά ή­θη, ή γί­νο­νταν με θό­ρυ­βο, προ­πα­ντός τη νύ­χτα και μά­λι­στα “α­πό της ώ­ρας καθ’ ην κα­τα­κλί­νο­νται συ­νή­θως οι κά­τοι­κοι ί­να μη δια­τα­ράσ­ση­ται η η­συ­χί­α αυ­τών”. [Αρ­γό­τε­ρα ο υ­πουρ­γός των Εκ­κλη­σια­στικών και Δη­μο­σί­ας Εκ­παι­δεύ­σε­ως Σπ. Στά­ης, μι­λώ­ντας στη Βου­λή, κα­τήγ­γει­λε, ότι “πά­ντες οι μα­θη­ταί (μέ­σης εκ­παι­δεύ­σε­ως και ά­νω) ε­ξαι­ρέ­σει ο­λι­γί­στων, κα­τα­τρί­βου­σι τον χρό­νον αυ­τών εν τοις κα­φε­νεί­οις, τοις θε­ά­τροις και εν ταις α­πα­γο­ρευ­μέ­ναις δια­σκε­δά­σε­σι, πα­ρά την η­θι­κήν και τον νό­μον…”].

Το 1874 γρά­φτη­καν στο Γυ­μνά­σιο Κο­ρίν­θου μέ­χρι τον Σε­πτέμ­βριο, κατό­πιν ε­ξε­τά­σε­ων, τριά­ντα μα­θη­τές, απ’ την ε­παρ­χί­α Κο­ριν­θί­ας και α­πό άλ­λα μέ­ρη, ό­πως απ’ την Άμ­φισ­σα, υ­πο­λο­γι­ζό­ταν δε, ό­τι ο α­ριθ­μός των μα­θη­τών θ’ α­νέ­βαι­νε στους ε­βδο­μή­ντα. Οι γο­νείς γε­νι­κά δί­δα­κτρα για τις σπου­δές των παι­διών τους στη μέ­ση και α­νώ­τα­τη εκ­παί­δευ­ση άρ­χι­σαν να πλη­ρώ­νουν απ’ τη δε­κα­ε­τί­α του 1880 και ύ­στε­ρα.

Τις γιορ­τές και τις δια­κο­πές του ο μα­θη­τής του Γυ­μνα­σί­ου Κο­ρίνθου τις περ­νού­σε στο πα­τρι­κό σπί­τι, ό­που βο­η­θού­σε στις α­γρο­τι­κές, κα­τά κανό­να, ερ­γα­σί­ες. Κα­τά τέ­λος Αυ­γού­στου και αρ­χές Σε­πτεμ­βρί­ου, ε­πα­νερ­χό­ταν στην πό­λη, ε­φο­δια­σμέ­νος με τα νέ­α χρειώ­δη (ρου­χι­σμό, τρο­φή κλπ.).

Μια χρο­νιά οι γυ­μνα­σιό­παι­δες (σχε­δόν στην παμ­ψη­φί­α τους α­γρο­τόπαι­δα) μα­ζί με τους Κο­ρίν­θιους πλη­ρο­φο­ρή­θη­καν απ’ τον Α­θη­να­ϊ­κό τύ­πο, που πρό­βα­λε το γε­γο­νός ως σπου­δαί­α εί­δη­ση, ό­τι στα πε­ρί­χω­ρα της Νέ­ας Κο­ρίν­θου “α­νε­κα­λύ­φθη” το φυ­τό “Μα­ρού­βιον Αρ­τσε­τα­βου­λό­ζουμ”. Έκ­πλη­κτοι διε­πί­στω­σαν, ό­τι η “α­να­κά­λυ­ψη” δεν α­φο­ρού­σε τί­πο­τε άλ­λο πα­ρά το “ε­ξαι­ρε­τι­κής ποιό­τη­τος χρη­σι­μώ­τα­τον διά τα καν­δή­λια, ευερ­γε­τι­κόν φυ­τόν “βαλλωτή η κρατηροφόρος”, του ο­ποί­ου (άλ­λω­στε) οι κά­τοι­κοι εις την πό­λιν α­πό πολ­λού χρό­νου ποιού­νται χρή­σιν και το ο­ποί­ον έ­στιν ό­τε πω­λεί­ται εις δέ­σμην α­ντί πέ­ντε λε­πτών. Μικρά (μά­λι­στα) δέ­σμη αυ­τού αρ­κεί διά τρί­α έ­τη εις εν καν­δή­λιον”. Ε­πρό­κειτο δη­λα­δή για το γνω­στό και σή­με­ρα λου­μή­νι…

Συνεχίζεται.

admin

Παραδόθηκε ο κόμβος Λυκοποριάς με τα …δύο γήπεδα ποδοσφαίρου!

Previous article

Κιάτο

Next article

You may also like

Comments

Leave a reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *