ΙΣΤΟΡΙΑΚΟΡΙΝΘΙΑΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ

Το Γυμνάσιο της Κορίνθου τα πρώτα χρόνια λειτουργίας του (1873-1884)

0

Ματθαίου Χ. Ανδρεάδη (Μέρος Γ ΄)

Ε. ΟΙ ΕΚ­ΔΗ­ΛΩ­ΣΕΙΣ ΤΩΝ ΜΑ­ΘΗ­ΤΩΝ ΚΑΙ ΟΙ ΣΥ­ΝΕ­ΠΕΙΕΣ

Κα­τά και­ρούς ο τό­πος δο­κί­μα­ζε σά­λο κοι­νω­νι­κό ή ζού­σε ε­θνι­κές εξάρ­σεις ή κρί­σεις και δο­κι­μα­σί­ες. Ο σά­λος και η κρί­ση δεν μπο­ρού­σαν να μη φθά­νουν στις αί­θου­σες του Γυ­μνα­σί­ου και των άλ­λων σχο­λεί­ων βέ­βαια. Πολ­λές φο­ρές γυ­μνα­σιό­παι­δα ξε­χύ­θη­καν στους δρό­μους, άλ­λο­τε σε ε­θνι­κές ε­ξάρ­σεις ή κρί­σεις “α­νευ­φη­μού­ντα υ­πέρ του Έ­θνους” και άλ­λο­τε, ζώ­ντας στους δρό­μους ή στο σπί­τι ή και απ’ τις ε­φη­με­ρί­δες πλη­ρο­φο­ρη­μέ­νοι τα πο­λι­τι­κά γε­γο­νό­τα, το­πι­κά και της χώ­ρας, προ­έ­βαι­ναν “εις της η­λι­κί­ας των τας οικεί­ας εκ­δη­λώ­σεις” εκ­φρά­ζο­ντας τα αι­σθή­μα­τά τους. Ο Γυ­μνα­σιάρ­χης ε­πί του προ­κει­μέ­νου ή θα πε­ριο­ρι­ζό­ταν σε νου­θε­σί­ες ή θα προ­σκα­λού­σε την α­στυ­νομί­α, “προ­κα­λών ού­τω ε­νί­ο­τε την ε­ξέ­γερ­σιν των μα­θη­τών, οί­τι­νες στα­σιά­ζοντες έ­θραυον τα θρα­νί­α των”, ό­πως συ­νέ­βη μια φο­ρά με τον Γυ­μνα­σιάρ­χη μετέ­πει­τα Κο­ρίν­θου Ν. Πε­τρή.

Στην Κό­ριν­θο μια νύ­χτα, κα­τά την έ­ναρ­ξη του θέ­ρους του 1874 συ­νε­λήφθη­σαν νε­α­ροί “ά­δο­ντες ά­σε­μνα ά­σμα­τα και δια­τα­ράσ­σο­ντες την κοι­νήν ησυ­χί­αν”. Ε­γρά­φη στον “Κο­ριν­θια­κό Α­στέ­ρα” και α­να­δη­μο­σιεύ­θη­κε, με σχό­λια μά­λι­στα, στον Α­θη­να­ϊ­κό τύ­πο, ό­τι “με­ρι­κοί τρα­μπού­κοι δι’ ό­λης της νυ­κτός πε­ριέ­τρε­χον τας ο­δούς τρα­γω­δού­ντες τα αί­σχι­στα εν Κο­ρίν­θω^ οι διε­φθαρ­μέ­νοι ού­τοι παί­δες, ου μό­νον α­νη­συ­χού­σι την πό­λιν εν ώ­ρα νυ­κτός δι’ α­σέ­μνων α­σμά­των, αλ­λά και άλ­λως εν η­μέ­ρα πλα­νώ­σι α­θώ­α πλά­σμα­τα, παί­δας χρη­στο­η­θε­στά­των η­θών και φοι­τώ­ντας εις τα σχο­λεί­α. Ο α­στυ­νό­μος κ. Νικ. Ρίσκας, το με­σο­νύ­κτιον της 17ης προς 18ην Ιου­λί­ου, εκ πολ­λών παί­δων συλ­λα­βών δύο τοιού­τους, ων ο εις ορ­φα­νός μεν εκ πα­τρός, αλ­λ’ ε­ντί­μου και ευ­πό­ρου οι­κογε­νεί­ας, ο δε έ­τε­ρος υ­ιός πλου­σί­ου πα­τρός, α­φού ε­μα­στί­γω­σεν ως έ­πρε­πεν, έ­δεσεν έ­πει­τα εις δύ­ο μω­ρε­ό­δεν­δρα και διά κου­στω­δί­ας κλη­τή­ρων ε­πε­τή­ρη­σεν αυ­τούς προ­ση­λω­μέ­νους εις τον κορ­μόν μέ­χρις α­να­το­λής του η­λί­ου”.

ΣΤ. Η ΒΟΥ­ΛΕΥ­ΤΟ­ΚΡΑ­ΤΙΑ ΚΑΙ ΟΙ ΨΗ­ΦΟΥ­ΧΟΙ Α­ΝΑΛ­ΦΑ­ΒΗ­ΤΟΙ

Ό­λοι οι μα­θη­τές του Γυ­μνα­σί­ου δεν ή­σαν βέ­βαια ο­ξύ­νο­ες και ε­πιμε­λείς, ά­ρα δεν α­πέ­δι­δαν στα μα­θή­μα­τα, ό­μως ό­λων πε­ρί­που των μα­θη­τών στό­χος ή­ταν το α­πο­λυ­τή­ριο. Ό­ταν προς τού­το δυ­σκό­λευαν τα πράγ­μα­τα στα Γυ­μνά­σια, έρ­χο­νταν σε ε­πι­κου­ρί­α οι γο­νείς με τους κομ­μα­τι­κούς τους φί­λους, δη­λαδή βο­η­θού­σε ο φα­τρια­σμός και η βου­λευ­το­κρα­τί­α. Καυ­τη­ριά­ζο­ντας το φαι­νό­μενο, έ­γρα­φε ο Εμ­μ. Ρο­ΐ­δης, ό­χι χω­ρίς υ­περ­βο­λή: “…Υ­πό την στέ­γην της πα­τρι­κής κα­λύ­βης πε­ρί ου­δε­νός άλ­λου α­κού­ει ο ελ­λη­νό­παις τους οι­κεί­ους του συ­ζητού­ντας ει­μή πε­ρί της πι­θα­νής εκ­βά­σε­ως των ε­κλο­γών και των ω­φε­λη­μά­των τα ο­ποί­α δύ­να­νται να καρ­πω­θώ­σιν εκ της ε­ξυ­πη­ρε­τή­σε­ως τού­του ή ε­κεί­νου του υπο­ψη­φί­ου. Ου­δέ δύ­να­ται άλ­λο τι να δι­δα­χθή εις το σχο­λεί­ον πα­ρά να πε­ρι­φρονή τα γράμ­μα­τα και να σέ­βε­ται τας ψή­φους, βλέ­πων τους δα­σκά­λους του να σύρω­νται ως ερ­πε­τά προ των πο­δών πα­ντός κομ­μα­ταρ­χί­σκου, να παύ­ω­νται ή να εκ­σφεν­δο­νί­ζω­νται α­πό Κα­λα­μών εις Τρί­κα­λα κα­τά πά­σαν με­τά­στα­σιν υ­πουρ­γι­κού βου­λευ­τού, να συ­νι­στώ­σιν βου­λευ­τι­κά χάρ­βα­λα ως κα­τάλ­λη­λα προς ε­γκα­τάστα­σιν γυ­μνα­σί­ου, να πα­ρέ­χη α­πο­λυ­τή­ρια εις ψη­φού­χους α­ναλ­φα­βή­τους και να δέ­ρε­ται ως κτή­νος εν μέ­ση α­γο­ρά αν αρ­νη­θή να πρά­ξη τού­το”. Τα πιο πολ­λά απ’ τα καυ­στι­κά σχό­λια του Εμ­μ. Ρο­ΐ­δη, ό­πως φαί­νε­ται στη συ­νέ­χεια, τα ε­πι­βεβαί­ω­νε, σχε­δόν κα­τά λέ­ξη, ο υ­πουρ­γός των Εκ­κλη­σια­στι­κών και Δη­μο­σί­ας Εκ­παι­δεύ­σε­ως Σπ. Ε. Στά­ης, στην κυ­βέρ­νη­ση, μά­λι­στα, του Χα­ριλ. Τρι­κού­που, μι­λώντας σχε­τι­κά στη Βου­λή: “…Η κυ­ρί­α α­φορ­μή της μη υ­πάρ­ξε­ως δη­μο­σί­ας παι­δείας παρ’ η­μίν εί­ναι η βου­λευ­το­κρα­τί­α”, α­πευ­θυ­νό­με­νος δε στους βου­λευτές πρό­σθε­σε: “…Μη α­νέρ­χε­σθε τας κλί­μα­κας του υ­πουρ­γεί­ου της Παι­δεί­ας και τας των Γυ­μνα­σί­ων και θέ­λε­τε ί­δει, ό­τι η παι­δεί­α θα βελ­τιω­θή. Μη ζη­τεί­τε την α­πό­λυ­σιν των ι­κα­νών, των α­δε­κά­στων, των θρη­σκευ­τι­κώς ε­κτε­λού­ντων το κα­θή­κον αυ­τών, διό­τι δεν προ­ή­γα­γον τον α­νί­κα­νον, τον α­μα­θή και τον α­νε­πίδε­κτον μα­θή­σε­ως. Μη α­πο­λύ­ε­τε, μη ε­ξο­βε­λί­ζη­τε εις τα πέ­ρα­τα του Ελ­λη­νι­κού κρά­τους τον ι­κα­νόν, του ο­ποί­ου οι συγ­γε­νείς συ­νέ­βη να μη α­νή­κω­σιν εις την πολι­τι­κήν υ­μών με­ρί­δα και τό­τε θέ­λε­τε ί­δει βελ­τιου­μέ­νην την εκ­παί­δευ­σιν”. Συνεχίζεται…

admin

Ευρωπαϊκή Γιορτή της Μουσικής στη Συκιά

Next article

You may also like

Comments

Leave a reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *