ΚΟΡΙΝΘΙΑΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ

Η ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ ΚΑΙ Η ΠΑΙΔΕΙΑ ΣΤΗΝ ΚΟΡΙΝΘΙΑ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΟΘΩΝΙΚΗ ΠΕΡΙΟΔΟ

0

ΜΑΤΘΑΙΟΥ Χ. ΑΝΔΡΕΑΔΗ (Μέρος Α΄)

Α’ Η  Δικαιοσύνη

Όταν έφθασε ο Όθων στην Ελλάδα, δικαστήρια για την απονομή της Δικαιοσύνης δεν υπήρχαν. “Ούτε η έννοια της λέξεως Δικαιοσύνη υπήρχε πια, γιατί αυτό που επικρατούσε, ήταν το δίκαιο του ισχυροτέρου”, λέει ο Μάουρερ(1). Όσα δικαστήρια λειτουργούσαν, μετά τον θάνατο του Ι. Καποδίστρια, καταργήθηκαν, με διάταγμα της διοικητικής επιτροπής τον Οκτώβριο του 1832. Αναφέρεται στο διάταγμα αυτό: “Θεωρούντες ότι αι δια την μεταρρύθμισιν των δικαστηρίων προσπάθειαι ημών δεν ετελεσφόρησαν εξ’αιτίας των περιστάσεων. Θεωρούντες ότι ο υπάρχων δικαστικός οργανισμός απεδείχθη εξ αυτής της πείρας ασυμβίβαστος με την κατάστασιν και τας χρείας του Έθνους, κλπ., διατάσσομεν τα εξής: Το Ανώτατον, τα δύο Έκτακτα και όλα τα Πρωτόκλητα Δικαστήρια, θέλουν διακόψει τας εργασίας των, τα μέλη και οι υπάλληλοι των δικαστηρίων τούτων  απολύονται από τα δημόσια έργα των” κλπ.

Ο Χριστόδουλος Κλωνάρης, είχε ενημερώσει, πριν την άφιξή της την αντιβασιλεία για την κατάσταση της Δικαιοσύνης, προτείνοντας να ξαναγίνουν όλα απ’την αρχή.

Προ της Επαναστάσεως, για τις ποινικές υποθέσεις δεν υπήρχε τίποτε σχετικό, φυσικό άλλωστε, στην κατάσταση της δουλείας. Η Καποδιστριακή νομοθεσία κάπως διόρθωσε τα πράγματα, αλλά κατά την άφιξη του  Όθωνος στην Ελλάδα, η νομοθεσία αυτή, είχε καταντήσει ανυπόληπτη. Αποφασίστηκε λοιπόν, να λειτουργήσουν μόνο τα ποινικά δικαστήρια και να ενισχυθούν τα Ειρηνοδικεία.

Έτσι, λειτούργησαν τρία δικαστήρια, του Ναυπλίου, των Θηβών και του Μεσολογγίου, όπου διορίσθηκαν και ισάριθμοι εισαγγελείς, αρμόδιοι για τη βεβαίωση και τη δίωξη των παραβάσεων, με τη διαδικασία της Καποδιστριακής περιόδου, δηλαδή πρόχειρα. Επειδή την εποχή αυτή είχαν αμνηστευθεί μόνο τα πολιτικά εγκλήματα, άρχισαν να καταφθάνουν καταγγελίες στα δικαστήρια, σωρηδόν, για πλημμελήματα ή και κακουργήματα “απλώς και μόνο από λόγους κομματικής αντιζηλίας, ή από προσωπική έχθρα”, ισχυρίζεται ο Μάουρερ. Το φαινόμενο αυτό, θυμίζει όμοιο της Καποδιστριακής περιόδου, όταν αθρόοι κατέφθαναν στο Ναύπλιο οι πολίτες για να καταγγείλουν πράξεις σε βάρος τους και να ζητήσουν το δίκαιό τους. Κατά τις πρώτες ημέρες της αφίξεως του Όθωνος, οι αναφορές και οι καταγγελίες του κόσμου για παρανομίες και εγκλήματα γίνονταν επίσης σωρηδόν. Για το λόγο αυτό, επειδή οι τρείς εισαγγελείς δεν επαρκούσαν για την διεξαγωγή των διώξεων και την ανάκριση διατάχθησαν να μη ασκούν αυτεπάγγελτα ποινική αγωγή για τις πράξεις που διαπράχθησαν πριν από την άφιξη του Όθωνος, αλλά να δέχονται μηνύσεις, που θα εξετάζονται με τη σειρά τους αργότερα.

Ο Πανούτσος Νοταράς μετά την επικράτηση των Στυνταγματικών επαναδιορίσθηκε πρόεδρος της Δ’ Συνελεύσεως (που θεωρήθηκε ως συνέχεια της Συνελεύσεως της Τροιζήνος) και η οποία συνεδρίαζε στην Πρόνοια Άργους. Μεταξύ άλλων, η Συνέλευση χορήγησε την 1η Αυγ. 1832, με ψήφισμα πολιτική γενική αμνηστία και παρέδωσε “εις παντελή λήθην” τα εγκλήματα που συνέβησαν απ’την αρχή του Εθνικού Αγώνος, επεκύρωσε στις 8 Αυγ. 1832 με το Β’ ψήφισμά της την εκλογή του Όθωνος ως βασιληά της Ελλάδος και άρχισε να συζητάει τα της διακυβερνήσεως του τόπου, μέχρι να αφιχθεί η αντιβασιλεία, οπόταν στις 26 Αυγούστου 1832, ένοπλοι, άταχτοι, απλήρωτοι και ληστεύοντες τις περιοχές και τους κατοίκους του Άργους και της Κορινθίας, εισέβαλαν στο βουλευτήριο της Πρόνοιας και “ως ανήμερα θηρία, ως τίγρεις λυσσώδεις επέπεσαν” κατά των πληρεξουσίων. Κατέβασαν από την έδρα του τον γέρο Πανούτσο Νοταρά, προπηλάκισαν τους πληρεξούσιους και τελικά απήγαγαν τους εφτά πλουσιώτερους ως ομήρους, μέχρι να πληρωθούν οι μισθοί τους που τους είχαν υποσχεθεί πριν από την εισβολή στο Μωρηά οι κυβερνήσεις Περαχώρας και Ναυπλίου. Μεταξύ των ομήρων και ο Πανούτσος Νοταράς, ο οποίος, “αρπαγείς, ως αιχμάλωτος μετά των άλλων χάριν λύτρων” μόνο δυνάμει χιλιάδων γροσίων και χάρις τω… και δι’αυτού φθάσαντος από Μονεβασίας, ελευθερώθησαν άπαντες, με δόσιν χρημάτων”, όπως ο ίδιος διηγήθηκε το 1846 στον δημοδιδάσκαλο Τρικάλων Δημ. Πανταζίδη, και του οποίου η διήγηση δημοσιεύθηκε τον ίδιο χρόνο. Από το Ναύπλιο λοιπόν, αυτός και ο ανηψιός του Γεωργαντάς Σπήλιου Νοταράς, έγραφαν την 12/25 Ιανουαρίου 1833, προς τους κατοίκους και τους προκριτοδημογέροντες του χωριού τους Τρίκαλα και τους διεκτραγωδούσαν τα βάσανα που υπέστησαν από τους κρατούντες, “χαιρόμενοι διότι τα δεινά τέλος πάντως παύουν”. Ταυτόχρονα τους καλούσαν, “δια να ωφεληθή διττά το κοινόν της επαρχίας” (Κορινθίας), να ενεργήσουν (τοπικές εκλογές) ώστε “να φθάσωσιν όσοι περισσότεροι άνθρωποι δυνηθούν ενταύθα (στο Ναύπλιο), δια να αναφέρουν εις την αυτού Μεγαλειότητα, προφορικώς, τα δίκαια παράπονά των (επειδή) οι διαμαρτυρήσεις μας (στο Ναύπλιο) δεν δύνανται να ωφελήσουν πλέον”, μολονότι “εκάμαμεν, ό,τι ημπορούσαμεν δια να ασφαλίσωμεν” όπως έγρφαν, “τα δίκαια των συνεπαρχιωτών μας, όσα ως τώρα εγνωρίζαμεν”. Ετσι, τους καλούσαν “να μη αμελήσουν εις την ενέργειαν του ανωτέρω γραφομένου, όσοι δυνηθούν να φθάσουν (προφανώς ως αντιπρόσωποι της επαρχίας), δια να εξασφαλίσωσι τα δίκαιά των”. Ηταν δε τόσο έντονο το ενδιαφέρον τους για συλλογή στοιχείων, ώστε ακόμη και στο περιθώριο του γράμματος τους ζητούσαν “να μη βαραιθήτε να μας ειδοποιήσετε περί των διατρεξάντων, δια να σας ιδεάσωμεν και ημείς περί των ενταύθα”.

Στο υστερόγραφο όμως, αλλάζουν γραμμή: “μήτε πλέον θα χρειασθούν διαμαρτυρήσεις, Θα γίνει αγωγή κομματική (;)” . (συνεχίζεται)

admin

Κόρινθος: Εκκλησιαστική σχολή

Previous article

Πώς μια έκρηξη ηφαιστείου στην Ιαπωνία τον Μεσαίωνα προκάλεσε λιμό στην Ευρώπη

Next article

You may also like

Comments

Leave a reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *