ΚΟΡΙΝΘΙΑΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ

Η ΜΑΧΗ ΤΩΝ ΔΕΡΒΕΝΑΚΙΩΝ ΚΑΙ Η ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗ ΤΗΣ ΣΤΡΑΤΙΑΣ ΤΟΥ ΔΡΑΜΑΛΗ

0

ΤΟΥ ΛΑΜΠΗ ΑΠΟΣΤΟΛΙΔΗ (Μέρος β΄)

ΔΗΜΗΤΡΑΚΗΣ ΠΛΑΠΟΥΤΑΣ

Καθώς έφευγε από την Τριπολιτσά είπε στη Γερουσία:

– Να σταθείς εδώ και να μας βοηθάς από τροφάς και πολεμοφόδια και εγώ παίρνω τα στρατεύματα και πηγαίνω εμπρός και αν ιδώ ότι δεν ημπορώ να βαστάξω, τότε σας στέλνω είδηση και αναχωρείτε.

Την αυγή ξεκινώντας, έβγαλε λόγο στους στρατιώτες του και τους είπε:

– Έλληνες, Τούρκους μη φοβείσθε! Εμείς εσκοτώσαμε τόσους εντόπιους και τούτους έτσι θα τους κάμωμε. Δεν είναι πολλοί οι Τούρκοι, όσους τους λέγουν. Να υπάγωμε να σκοτωθούμε μακράν από τα παιδιά μας και ταις φαμίλιαις μας. Μην παίρνετε μαζί σας ούτε μουλάρια, καπόταις, όλα μας τα φέρνουν εκείνοι”.

Την ίδια μέρα – 8 του Ιούλη – διέταξε τον Δημητράκη Πλαπούτα να πάρει το δρόμο Σάγκα, Πόρτες, Σκάλες, Κάτω Μπέλεση και να στρατοπεδεύσει στο Σχοινοχώρι, οχυρώνοντας το χωριό και την κλεισούρα Βάρδα και τον εξάδελφό του Αντώνη Κολοκοτρώνη να περάσει από το δρόμο Μαντινείας – Αλέας και από τα χωριά Κανδύλα και Σκοτεινή να στρατοπεδεύσει στον Άγιο Γιώργη της Νεμέας. Τους έδωσε από τις 2.000 στρατιώτες που είχε τους 1.700 κι αυτός κράτησε τους υπόλοιπους 300 και τράβηξε κατά τον Αχλαδόκαμπο. Μπροστά από τους τριακόσιους συντρόφους του εβάδιζε με υψωμένο το μπαϊράκι ο ηρωικός σημαιοφόρος του Νικολής Καραχάλιος. Και πιο μπροστά απ’ αυτόν, προχωρούσε τραγουδώντας ο αθάνατος “Γέρος του Μοριά”.

Στο Ταβούλι συναπαντήθηκε με το γιο του τον Πάνο, τον Δημ. Υψηλάντη, τον Πετρόμπεη, τον Παπαφλέσσα, τον Εμορφόπουλο κι άλλους οπλαρχηγούς που έφευγαν. Αυτόπτης αγωνιστής και Ιστορικός, ο βαφτιστικός του Θ. Κολοκοτρώνη Θεόδωρος Ρηγόπουλος, έτσι επιγραμματικά σημειώνει τις μεγάλες στιγμές της κρίσιμης εποχής:

“Ενώ ο Κολοκοτρώνης κατήρχετο εις την Αργολίδα, ημείς ανερχόμεθα εις την Τρίπολιν αυθημερόν, μη γνωρίζοντες ότι αυτοί είχον έλθει εκ Πατρών.

Μεθ’ ημών, ήτοι του Πάνου, ήρχοντο ο Πετρόμπεης, ο Παπαφλέσσας, ο Υψηλάντης και άλλοι. Εγώ επροπορευόμην μετά τινων στρατιωτών εφ’ ικανόν διάστημα· και ενώ επλησίαζον εις τα Νεράκια, κείμενα πλησίον του Νταουλίου, νυκτός ούσης, ήκουσα την φωνήν του μακαρίτου μακρόθεν, όστις ήρχετο τραγουδών δυνατά (ως να επήγαινε εις γάμον) και ευθύς σταματήσας, είπον τοις περί εμοί, ότι η φωνή εκείνη είναι του Γέρου, (ούτως εκαλούμεν τον Μακαρίτην), αλλ’ αυτοί δεν επείθοντο, λέγοντες ότι πού θα ευρεθεί εδώ ο Γέρος από τας Πάτρας· προχωρούντος εμού και αυτού ερχομένου (διότι ήρχετο εμπρός όλων των στρατιωτών του) επείσθην ότι ήτον ο Γέρος· και αμέσως επέστρεψε προς τον Πάνον και του είπον ότι ο Γέρος έρχεται εδώ πλησίον τραγουδών· αυτός δε περιφρονήσας την είδησιν, είπε: “Πήγαινε, παληόπαιδο, που θα ευρεθεί ο Γέρος εδώ, αφού προχθές μας έγραφε από τας Πάτρας”, εγώ επέμενα ότι η φωνή εκείνη ήτο του Γέρου· αλλ’ ήτο σκότος και δεν ηδυνάμεθα να διακρίνωμεν τους ανθρώπους. Όθεν αφίχθημεν εις την μικράν κοιλάδα του Νερακίου, συγχρόνως με τον Γέρον και επεζεύσαμεν όλοι. Ό Γέρος εκράτησε κατ’ ιδίαν τον Πάνον και συγχρόνως έφθασαν και οι λοιποί – Υψηλάντης, Πετρόμπεης, Παπαφλέσσας, Κρεββατάς και λοιποί. Είμεθα δε ως 500.

Τότε ό μακαρίτης (Θ. Κολοκοτρώνης) αποτανθείς προς όλους, είπε γεγονυία τη φωνή:

– «Πού πάτε βρε; πού φεύγετε;

Πού πας Πετρόμπεη, Παπαφλέσσα, Υψηλάντη, (προς άπαντας ονομαστί) εκιοτέψατε από 5.000 κιοτότουρκους; εδώ, εδώ κάτω (δεικνύων την Αργολίδα) είναι τα παιδιά μας, αι γυναίκες μας. Γυρίστε πίσω να πάμε να τα ελευθερώσωμε» και άλλα πολλά τοιαύτα είπεν, ως να επρόκειτο περί ασημάντου τίνος πράγματος.

Οι δε λόγοι του ενέπνευσαν τόσον θάρρος και ενθουσιασμόν, ώστε αν ο εχθρός ήτο εκεί πλησίον, ήθελον ριφθούν όλοι κατ’ αυτού να τον κατασπαράξουν. Ούτως ωμίλει πάντοτε ο Κολοκοτρώνης εις τους πολέμους και ενθουσίαζε τους στρατιώτας.

Συνεχίζεται

admin

Η υπέροχη φωτογραφία από την Κύπρο με δύο αλογάκια της Παναγίας ανάμεσα στις καλύτερες του κόσμου

Previous article

Άσσος

Next article

You may also like

Comments

Leave a reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *