ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑΙΣΤΟΡΙΑΚΟΡΙΝΘΙΑΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ

Η ΜΑΧΗ ΤΩΝ ΔΕΡΒΕΝΑΚΙΩΝ ΚΑΙ Η ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗ ΤΗΣ ΣΤΡΑΤΙΑΣ ΤΟΥ ΔΡΑΜΑΛΗ (Ι)΄

0

ΤΟΥ ΛΑΜΠΗ ΑΠΟΣΤΟΛΙΔΗ (Μέρος ι΄)

Η ΜΑΧΗ ΤΟΥ ΑΓΙΟΝΟΡΙΟΥ


Σκηνή από την μάχη του Αγιονορίου: Πίνακας του Παναγιώτη Ζωγράφου με την καθοδήγηση του Μακρυγιάννη.

Αργά τη νύχτα στις 26 του Ιουλίου, ο Δράμαλης με τους πασάδες του επεχείρησαν να ασφαλιστούν στ’ Ανάπλι, αλλά ο Αλήμπεης τούς απηγόρευσε την είσοδο κι αυτοί αναγκάστηκαν να κατασκηνώσουν δυο χιλιόμετρα έξω από τ’ Ανάπλι, στη Γλυκειά. Στο μεταξύ ο Κολοκοτρώνης σε Συμβούλιο οπλαρχηγών στον Άγιο – Γιώργη, διέταξε τον Νικηταρά, Παπαφλέσσα, Παπανίκα, Χατζηγιάννη Μαρτζέλο, Παπα – Πιτσούνη, και άλλους καπετάνιους να πιάσουν την κλεισούρα του Αγιονορίου, τον Παν. Γιατράκο και Δημ. Τσώκρη με 1.000 άντρες να φρουρήσουν την Κλεισούρα του Μπερμπάτι και τον Κολιόπουλο – Πλαπούτα να φρουρήσει τα Δερβενάκια. Αλλά ο Γιατράκος, που επηρεαζόταν τότε από τους φυγάδες πολιτικάντηδες του Εκτελεστικού και του Βουλευτικού, παρέσυρε και τον Τσώκρη και επέστρεψε στους Μύλους, όπου, ως φαίνεται, είχαν αρχίσει να ραδιουργούν κατά του Θ. Κολοκοτρώνη.

Έτσι άφησαν αφύλαχτη την κλεισούρα του Μπερμπάτι, χωρίς ωστόσο να ειδοποιήσουν και τον Κολοκοτρώνη να πάρει άλλα μέτρα.

Ό Δράμαλης, μαθαίνοντας από ενόπλους Τούρκους ότι η κλεισούρα είναι αφρούρητη, διέταξε αμέσως το στράτευμά του να ξεκινήσει νύχτα, στις 27 προς 28 του Ιούλη, ημέρα Παρασκευή, και να περάσει από την κλεισούρα προς το Αγιονόρι. Με 14.000 στρατό, πεζικό και ιππικό ο Δράμαλης πέρασε τα χωριά Μέρμπακα και Πλατανίτι και από την «Τουρκόστρατα» έφτασε στην κλεισούρα του Μπερμπάτι, που την πέρασε ανενόχλητα και προς τα χαράματα έφτασε ανάμεσα στα υψώματα Θανάση – Ρουμάνια και Μεγάλο Τραχώνι. Την επίκαιρη αυτή θέση φρουρούσε ο καπετάν Γεωργάκης Χελιώτης με το Σώμα των Κορινθίων, που ενεδρεύοντας χτύπησε την εμπροσθοφυλακή του Δράμαλη. Αλλά τελικά αναγκάσθηκε ν’ αποσυρθεί στο ταμπούρι του και ταυτόχρονα φρόντισε με έκτακτο απεσταλμένο του να ειδοποιήσει τον Νικηταρά. Στις πέντε το πρωί, η σκοπιά από τον Άγιο – Βασίλη έδωσε σήμα με καπνούς, ότι έβλεπε να πλησιάζουν Τούρκοι στην Κλεισούρα. Σημάνθηκε συναγερμός στο Ελληνικό στρατόπεδο της περιοχής του Αγιονόρι και Στεφάνι κι έσπευσαν να συναντήσουν τον εχθρικό στρατό ο Νικηταράς, ο Δημ. Υψηλάντης, ο Παπαφλέσσας και ο αδελφός του Νικήτας Δικαίος, οι κάτοικοι της περιοχής με τον καπετάν Κοντογιάννη, ο Χατζηγιάννης Μαρτζέλος και ο Δήμος Ζαγούρας με Σοφικίτες και ο Δημ. Κριεζής με 5 Υδραίους πυροβολητές καθώς και ο Διον. Ευμορφόπουλος με λίγους Δερβενοχωρίτες.

Με την πρώτη ορμητική τους επίθεση οι Τούρκοι εδείλιασαν και δεν έλεγαν να προχωρήσουν.

Τότε ο Δράμαλης έβαλε τους Δερβίσηδες να κάνουν δέηση στον Αλλάχ και στον Προφήτη του τον Μωχαμέτη κι έπειτα καθώς κροτούσαν δαιμονισμένα τα τύμπανα και οι τρουμπέτες, υψώθηκε ένα σύννεφο από κόκκινες σημαίες με το μισοφέγγαρο και καθώς απλωνόταν σιωπή, ακούστηκε η μανιασμένη κραυγή του Σερασκέρη:

– Χίλιοι μόνο κλέφτες είναι! Πιάστε τους με τα χέρια σας, γενναία και υπερήφανα τέκνα του Οσμάν!…

Αφιονισμένοι οι Τούρκοι ρίχνονται στην αρχή με κλειστά μάτια στη μάχη. Πυροβολούν δεξιά κι αριστερά κραυγάζοντας άγρια. Αλλά οι Έλληνες, μ’ όλο που βλέπουν να σκοτώνονται τριγύρω τους, καμμιά εξηνταριά, όσοι και οι Τούρκοι νεκροί της πρώτης συμπλοκής, δεν δειλιάζουν. Με τον αέρα του νικητή αντιμετωπίζουν τον εχθρό με αλόγιστο θάρρος και άφταστη αυτοθυσία. Διώχνουν με τις εύστοχες βολές τους τούς Τούρκους που κρατούσαν τα υψώματα, ανεβαίνουν σ’ αυτά και από κει χτυπούν στο σωρό του τουρκικού στρατού.

Κοντά το μεσημέρι σταματάει για λίγο η μάχη. Τούρκοι και Έλληνες υποφέροντας από δίψα αναζητούν τις πηγές και τα πηγάδια στο Αγιονόρι και στο Στεφάνι για να σβήσουν τη βασανιστική δίψα τους, που έχει ανάψει με τον πόλεμο, το τρέξιμο και την κάψα της καλοκαιρινής ημέρας.

Οι Τούρκοι φεύγοντας ρίχνουν τις αποσκευές τους και προχωρούν να προσπεράσουν από την κλεισούρα του Αγιονόρι. Οι Έλληνες χωρισμένοι σε δυο τμήματα, οχυρώνονται στα υψώματα, άλλοι στο Αγιονόρι και άλλοι στο Στεφάνι. Σε μιά στιγμή ο Νικηταράς, έκανε το θάμα του. Πυροβολάει στο φορτίο μιας καμήλας κι ακολουθάει μιά θεώρατη λάμψη κι ένας βροντερός κρότος από έκρηξη. Το φορτίο είχε πυρομαχικά, πράγμα, που υποπτεύθηκε ο Νικηταράς όταν πυροβολούσε.

Ο κρότος, η θεώρατη λάμψη, μαζί με τις μπαταριές των ελληνικών όπλων, πανικοβάλουν τους Τουρκαλβανούς, που ασυγκράτητοι τραβούν για την Κλεισούρα, αφήνοντας τα ζώα, τα πράγματα και τα όπλα τους. Μόνο μιά ομάδα από Γκέκηδες, που υπερασπιζόταν τον Δράμαλη, κρατάει γερή άμυνα, για να διευκολύνει τη φυγή του άθλιου Σερασκέρη.

Καθώς έφευγαν τρέχοντας μέσα στην Κλεισούρα, ακολουθούσαν οι Έλληνες, ακόμα και άοπλοι χωρικοί και γυναικόπαιδα από τα περίχωρα, που τουφέκιζαν τους φυγάδες, τους χτυπούσαν με πέτρες και τους τσάκιζαν.

Ό Νικηταράς και ο αδερφός τού Παπαφλέσσα, ο Νικήτας Δικαίος, ρίχνονται απάνω στους Τούρκους χρησιμοποιώντας τα σπαθιά και τα μαχαίρια τους.

Σαν μυθικός γίγαντας ο Νικηταράς θερίζει αλύπητα με τη σπάθα του τους εχθρούς, τους παίρνει τα κεφάλια, λες και είναι στάχυα. Ο συνονόματός του Νικήτας τού Φλέσσα, που τον ακολουθεί, συμπλέκεται με τον αρειμάνιο Τοπάλ πασά, και ύστερα από δραματική πάλη τον εξουδετερώνει. Ένα τσοπανόπουλο χτύπησε με το ποιμενικό του μαχαίρι τον Τούρκο και τον ζάλισε. Τρέχοντας ο Δήμος Ζαγούρας πυροβολεί τον πασά και τον αφήνει στον τόπο. Καμμιά δεκαριά μουλάρια, κατάφορτα με τα πράγματα του Δράμαλη, ήταν τα λάφυρα του Νικήτα Φλέσσα και των συμπατριωτών του. Ανάμεσα στ’ άλλα, κατά τον αυτόπτην οπλαρχηγό Δημ. Κριεζή, ήσαν «αρκετά χρήματα εις χρυσόν, έπιπλα και σκεύη διαφόρων ειδών, ενδυμασίας αξίας, γούνας πολυτίμους και άλλα τοιαύτα, μεταξύ των οποίων και μίαν βαρύτιμον σπάθην – πάλας σχήμα έχουσαν – …».

Έξη ώρες συνέχεια κράτησε η μάχη στο Αγιονόρι που δόξασε τα Ελληνικά όπλα και που επιβεβαίωσε τον τίτλο του Νικηταρά του «Τουρκοφάγου». Πολλοί από τους οπλαρχηγούς διακρίθηκαν. Μπορεί να πει κανείς, πως κανένας δεν υστέρησε. Στάθηκαν όλοι τους Ήρωες.

Πλάι ωστόσο στους ένοπλους αγωνιστές πολέμησαν γενναία και οι άνδρες και οι γυναίκες από τον Άγιο – Βασίλη, το Χιλιομόδι, το Αγιονόρι, τις Κλένιες, το Σοφικό και τις Λίμνες.

Οι Τούρκοι άφησαν στον τόπο νεκρούς πάνω από 1.200. Άγνωστος έμεινε ο αριθμός των τραυματιών. Από τους Τουρκαλβανούς καβαλλάρηδες – ντελήδες – λίγες εκατοντάδες μόνο διασώθηκαν με τη φυγή. Ο ίδιος ο Σερασκέρης, τσακισμένος, ρακενδύτης και χωρίς σαρίκι, έφτασε σαν αξιολύπητος επαίτης στην Κόρινθο, από όπου πριν λίγες μέρες είχε ξεκινήσει αλαζόνας Σερασκέρης, απειλώντας να καταπνίξει στο αίμα την Ελληνική Επανάσταση και να υποδουλώσει για πάντα τον Μοριά.

Στο Αγιονόρι πάρθηκαν άφθονα λάφυρα. Πάρα πολλά πήραν οι στρατιώτες και οι οπλαρχηγοί. Μόνο ο Αρχηγός, ο θρυλικός Νικηταράς, ο σεμνός θριαμβευτής της Μάχης στα Δερβενάκια και στο Αγιονόρι, δεν ζήτησε να πάρει τίποτα. Με μεγάλη επιμονή των συμπολεμιστών του δέχτηκε το δώρο τους – για να μη τους προσβάλει – ένα σπαθί κι ένα λευκό υψηλόσωμο άλογο. Κράτησε το σπαθί και το άλογο το χάρισε στον ποιητή του Στρατόπεδου Τσοπανάκο.

Συνεχίζεται

admin

Οι δέκα λέξεις που μας τρομάζει η ορθογραφία τους

Previous article

Αφιέρωμα στην διαχρονικότητα της ελληνικής πολυκατοικίας

Next article

You may also like

Comments

Leave a reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *