ΚΟΡΙΝΘΙΑΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ

Από την Στυμφαλία στο Φενεό: αρχαίοι δρόμοι και νεότερα μονοπάτια

0

Γράφει ο Γιάννης Λώλος αναπληρωτής καθηγητής κλασσικής Αρχαιότητας του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας.

Λίμνη της Στυμφαλίας :DODWELL, Edward. Views in Greece, from Drawings by Edward Dodwell Esq. F.S.A &c., Λονδίνο, Rodwell and Martin, 1819.

Η αφορμή για να ασχοληθώ με τα περάσματα από την Στυμφαλία στο Φενεό ήταν μια συζήτηση που έκανα με τον Μπασιώτη φίλο μου και συνεργάτη στην ανασκαφή της αρχαίας Στυμφάλου Κώστα Μιχαλόπουλο. Ο Κώστας θυμόταν ότι, όταν ήταν παιδί και πήγαινε από το Καρτέρι στη Δροσοπηγή, είχε δει στο Φιλιάμι, κατά μήκος του μονοπατιού, ροδιές από κάρα, αυλακιές δηλαδή, χαραγμένες στο βραχώδες έδαφος. Έτσι, ένα απόγευμα μετά την ανασκαφή, πήγαμε επιτόπου και παρότι το μονοπάτι έχει σχεδόν κλείσει από τα πουρνάρια καταφέραμε να βρούμε τις αρματροχιές, όπως είναι ο αρχαίος όρος τους. Κρίνοντας από το βάθος τους κατάλαβα ότι ήταν τεχνητές, είχαν δηλαδή χαρακτεί επίτηδες και δεν είχαν απλά δημιουργηθεί από τη διέλευση των κάρων. Βρισκόμασταν δηλαδή ενώπιον μιας αρχαίας αμαξιτής οδού κατασκευασμένης την εποχή που οι πόλεις της Στυμφάλου και του Φενεού ήκμαζαν, δηλαδή κατά την πρώτη χιλιετηρίδα προ Χριστού. Από που όμως ερχόταν ο δρόμος και που κατέληγε; Σώζονται και αλλού κομμάτια του; Ήταν η μοναδική αρχαία οδός στην ευρύτερη περιοχή; Μήπως αναφέρεται πουθενά στους αρχαίους αλλά και νεώτερους συγγραφείς και περιηγητές; Για να απαντήσω στα ερωτήματα αυτά περιδιάβηκα τον τόπο, συζήτησα με ντόπιους, και μελέτησα αναφορές παλιών περιηγητών αρχίζοντας από τον αρχαιότερο, τον Παυσανία.

Καθόσο μπορούμε να γνωρίζουμε, ο Παυσανίας ήρθε στη Στύμφαλο από το Φενεό, και αναφέρει δρόμο παρά το Γερόντειον όρος, το οποίο ήταν το σύνορο Στυμφαλίας και Φενεού. Προχωρώντας στα αριστερά του Γεροντείου είδε τα Φενεατικά όρη των Τρικρήνων, και όχι μακριά αυτών το βουνό της Σηπίας, όπου και ο τάφος του Αίπυτου (8.16.1-2). Η ταύτιση των βουνών αυτών δεν είναι εύκολη, αλλά το πιθανότερο είναι ότι το Γερόντειο είναι το σημερινό Μαυροβούνι και τα Τρίκρηνα το σημερινό Τρίκορφο. Όσο για τη Σηπία, όπου και ο τάφος του Αίπυτου, κατά μία εκδοχή αυτή είναι ο σημερινός Αηλιάς, μεταξύ Σκαφιδιάς και Τρικόρφου, αλλά και άλλα υψώματα έχουν κατά καιρούς προταθεί.  Το σημαντικό για μας είναι ότι ο δρόμος που αναφέρει και ίσως ακολούθησε ο Παυσανίας πρέπει να συμπίπτει με αυτόν που οδηγεί από την ανατολική πλευρά της πεδιάδας του Φενεού στο διάσελο της Καστανιάς και στη συνέχεια στο Καρτέρι και τη Στυμφαλία. Αυτό τον δρόμο ακολούθησαν και οι Ευρωπαίοι περιηγητές του 18ου και 19ου αιώνα: οι Άγγλοι Γκελ (Gell), Ντόντγουελ (Dodwell), Λίικ (Leake), και Κλαρκ (Clark), οι Γάλλοι Πουκεβίλ (Pouqueville) και Αλντενοβέν (Aldenhoven), οι Γερμανοί Κούρτιους (Curtius), Βέλκερ (Welcker) και Βίσερ (Vischer).  Κάποιοι απ’ αυτούς μας δίνουν άκρως ενδιαφέρουσες πληροφορίες για την ευρύτερη περιοχή και τους κατοίκους της, αλλά το πολύτιμο αυτό υλικό θα μας απασχολήσει μια άλλη φορά. Εδώ θα μείνουμε σ’ αυτά που έχουν να μας πουν για την πορεία τους από τη Στυμφαλία στο Φενεό.  Ο Γκελ (Gell), που ήρθε από το Φενεό στη Στυμφαλία, γράφει:

Ό δρόμος περνά μέσα από τη Μοσιά, όπου υπάρχει μια ωραία πηγή και ανεβαίνει στο διάσελο, περίπου δύο ώρες δρόμο από το Φονιά. Ένας τύμβος ίσως σημειώνει το πεδίο μίας των μαχών που περιγράφει ο Πολύβιος- και στην κορυφή έφθασα σ’ ένα δάσος από πεύκα, όχι μακριά από το χιονισμένο μέρος. Εδώ η Θέα απλωνόταν από τη μια μεριά στην πεδιάδα του Φονιά, κι από την άλλη μεριά στην κοιλάδα της Στυμφάλου, ή Ζαρακά και ο μεγάλος όγκος της Ζήριας φάνηκε στο βορρά σε όλη του τη μεγαλοπρέπεια. Σ’ ένα ύψωμα του λόφου παρατηρούμε το χωριό της Καστανιάς. Η κάθοδος παρουσιάζει, ως συνήθως, σημάδια του οχυρωματικού της τείχους, και στον πάτο ήταν ένα χάνι αποκαλούμενο Μούρα, ίσως κτισμένο από ένα Τούρκο ονόματι Μουράτ. Σ’ ένα βραχώδη λόφο στα δεξιά του δρόμου υπάρχει ενας σημαντικός αριθμός σπηλιών σε ασβεστόλιθο, οι οποίες μπορεί να είχαν χρησιμοποιηθεί ως τάφοι – και στο πιο επίπεδο μέρος της πεδιάδας ο δρόμος είναι κατασκευασμένος παρόμοια με το Ηράκλειο έργο του Φενεού, και στρίβει δεξιά από τα ερείπια ενός ναού δια μέσου μιας χαμηλής ελώδους εκτάσεως. Δεν έχω αμφιβολία ότι αυτό το έργο που είτε αποκαλείτο Ηράκλειο, είτε ήταν απομίμηση του έργου στο Φενεό, σχημάτιζε έναν εξαιρετικό δρόμο και περιόριζε σε κάποιο βαθμό τη λίμνη, εκτός του ότι ανύψωνε το επίπεδο του έλους με το να συγκρατεί τα ιζήματα που έφερναν οι χείμαρροι από τα βουνά. Περισσότερο από μισή ώρα πέρασε διασχίζοντας την πεδιάδα πάνω σ’ αυτό τον υπερυψωμένο δρόμο… Κάπου στο μέσο της διαδρομής είναι ένα κανάλι, το οποίο τρέχει με ταχύτητα σε ευθεία και τεχνητή πορεία. Στην κοιλάδα δεξιά είδα ένα χωριό που λέγεται Λαύκα, και στους πρόποδες της Ζήριας ένα άλλο ονόματι Μπάσι. – Στα όρια της λίμνης της Στυμφάλου, τώρα Ζαρακά, ήταν τα προφανή ερείπια αρχαίων κτισμάτων,… ” (σελ. 380-382).

Ο Κούρτιους (Curtius), ένας από τους σημαντικότερους αρχαιογνώστες του 19ου αιώνα, ακολούθησε τον ίδιο δρόμο κάποιες δεκαετίες αργότερα. Ας τον ακούσουμε:

“Πάνω από το διάσελο μεταξύ των Τρικρήνων και του Γεροντείου κατεβαίνουμε ένα πολύ ελικοειδές μονοπάτι προς τη κοιλάδα της Στυμφαλίας, η οποία μοιάζει κάπως με τη πεδιάδα του Φενεού. Οι Καστανιώτες, των οποίων το χωριό κείται στα αριστερά του βουνού, δούλευαν ένα χάνι στο πέρασμα από το οποίο περνούσαν οι δρόμοι από την Κόρινθο και το Αργός προς την δυτική Αρκαδία… Καθώς κατεβαίνει κανείς διακρίνει απομεινάρια ενός τείχους, το οποίο ασφάλιζε τα σύνορα Στυμφάλου και Φενεού, και στα δεξιά του δρόμου, σπηλιές, οι οποίες κάποτε χρησίμευαν ως τάφοι” (σελ. 200-201).

Ο Πουκεβίλ (Pouqueville) ακολούθησε αντίστροφη πορεία και κατευθυνόμενος προς το διάσελο της Καστανιάς διηγείται:

“Σύντομα φθάσαμε σ’ ένα ορμητικό ποτάμι,.. και έπρεπε να το διαβούμε για να φθάσουμε σ’ ένα χάνι απελπιστικά ανθιυγεινό, όπου άνθρωποι και ζώα έμεναν φίρδην – μίγδην. Όπως εγκατασταθήκαμε στη ρίζα ενός δένδρου στην πόρτα της εισόδου, με έκπληξη αντίκρυσα μπροστά μας, τρεις πηγές που αναβλύζουν σ’ όλες τις εποχές από τη βάση του βουνού της Σηπίας και που οι χωρικοί ονομάζουν Τριμάτια. Μου ήταν αδύνατο να μην αναγνωρίσω τα Τρίκρηνα, στα οποία πίστευαν ότι οι Νύμφες έλουσαν τον νεογέννητο Ερμή… Αναχωρήσαμε γύρω στις 2 το απόγευμα, ανεβαίνοντας το φαράγγι της Καστανιάς. Πιθανόν να περνούσαμε τα βουνά όπου ο Απόλλωνας έβοσκε τα αθάνατα βόδια του, που έκλεψε ο Ερμής. Τα σύννεφα μαζεύονταν, και όλα προανείγγελαν μπόρα, όταν μετά από 38 λεπτά περπάτημα, φθάσαμε το ψηλό μέρος του Γεροντείου ονομαζόμενο διάσελο της Καστανιάς. Είχαμε στα δεξιά μας το χωριό της Καστανιάς, το οποίο βρίσκεται στο μέσο ενός δάσους από έλατα και καστανιές- και έμαθα ότι αυτή η περιοχή ήταν, όπως άλλοτε, γεμάτη από λύκους, αγριόχοιρους κι ένα σεβαστό αριθμό άλλων άγριων θηρίων.

Ήμασταν στο άκρο της Στυμφαλίας, η οποία δεν περιλαμβάνει περισσότερους από 1075 κατοίκους Ελληνικής ράτσας, μοιρασμένους σε 4 χωριά. Αρχίσαμε να νοιώθουμε κάτι σαν αναταραχή, αλλά μόλις βρήκαμε καταφύγιο σ’ ένα δάσος από έλατα ηρεμήσαμε. Τα σύννεφα υψώνονταν και ο ήλιος, που έλαμψε για μια στιγμή, μας άφησε να δούμε στα πόδια μας τη χαμογελαστή πεδιάδα του Φονιά. Για να κατέβουμε ακολουθήσαμε την πλαγιά του Γεροντείου ή Ζήριας [sic], που είναι καλυμμένη από έλατα και πεύκα, μέχρι εκεί που ξεκινούν οι καλλιέργειες. Έχοντας καλύψει αυτή την απόσταση, διασχίσαμε το χωριό της Μοσιάς, αφήνοντας στα δεξιά μας ένα τσιφλίκι, ή ζευγολατειό, το οποίο ανήκε στον Κιαμήλ μπέη. Μόλις είχαμε μπει στα καλλιεργημένα χωράφια, όταν διέκρινα 3 μίλια στα βόρεια-βορειοδυτικά το χωριουδάκι της Γκούρας, το οποίο αποτελείτο σύνορο των περιφερειών της Κορίνθου, Βοστίτσας και Καλαβρύτων.

Σύντομα φθάσαμε στον πάτο της πεδιάδας του Φονιά, έκταση καλυμμένη από αμπέ-Λ/α…”(σελ. 323-325).

Ο Λίικ (Leake), που επάξια θεωρείται ο σημαντικότερος των περιηγητών, μας άφησε μία οπωσδήποτε πιο τεκμηριωμένη αναφορά* Αφού πέρασε το λόφο της Αγίας Τριάδας βόρεια της Λαύκας, και αναφέρει το Ελληνικό” τείχος του, συνέχισε προς το Γερόντειο:

“Εδώ είναι ένα χάνι, κτισμένο από τους κατοίκους της Καστανιάς για να κρατούν τους ταξιδιώτες έξω από το χωριό τους-γιατί το πέρασμα είναι πάνω σ’ ένα δρόμο μεγάλης κίνησης, ο οποίος οδηγεί από το Ναύπλιο, το Άργος και την Κόρινθο στον Φονιά, τα Καλάβρυτα και την Πάτρα. Οι δύο δρόμοι από το Άργος και την Κόρινθο ενώνονται στη πεδιάδα του Φλιούντα, και από ‘κει οδηγούν διά μέσου της Στυμφάλου στη Καστανιά. Στις 11.45 στα 3/4 της ανόδου, αφήνουμε το δρόμο στα δεξιά και στις 11.55 φθάνουμε στη Καστανιά…Αφήνω την Καστανιά στις μία και* μισή, επιστρέφω στο βασικό δρόμο, και στις 11.48 φθάνω στη κορφή του περάσματος, το οποίο επιτρέπει μια ωραία θέα της πεδιάδας του Φονιά. Προχωρώντας στις 2.15 κατεβαίνουμε τη δυτική όψη του Γεροντείου πλάγια, με κατεύθυνση την πόλη του Φονιά. …Τα Τρίκρηνα φαίνεται ότι ήταν στη κορφή της οροσειράς πιο βόρεια …Η Σηπία φαίνεται ότι ήταν η ψηλή κορφή που ορθώνεται απότομα από την πεδιάδα του Φονιά, ανατολικά αυτής της πόλης και βόρεια της Καστανιάς.

Σταματάμε για πέντε λεπτά στην κάθοδο του βουνού, και, στις 3.15, φθάνουμε σ’ ένα τσιφλίκι το οποίο ανήκει στον Νουρή μπέη της Κορίνθου, και το οποίο αποτελείται από είκοσι ή τριάντα σπίτια, μ’ ένα μεγάλο λευκό πύργο. Υπάρχει και δεύτερος παρόμοιος ενάμισι μίλι βορειότερα, στην πλευρά του βουνού, και επίσης δύο άλλοι, μικρότεροι, ακόμα βορειότερα στην ίδια κατεύθυνση. Στις 3.20 μπαίνουμε στη πεδιάδα …” (σελ. 115-117).

Ο Κλάρκ (Clark) επισκέφθηκε την περιοχή αρκετές δεκαετίες αργότερα, όταν το χάνι είχε πια εγκαταλειφθεί:

“Φεύγοντας από τον Φονιά στις 8.30, 13 του Μαΐου, ιππεύσαμε ανατολικά κατά μήκος της άκρης της λίμνης, και διασχίζοντας τον Αροάνιο ποταμό, τώρα ένα ρεματάκι, γυρίσαμε προς νότον έχοντας πάντα τη λίμνη κοντά στα δεξιά μας. Περάσαμε δύο εγκαταλελειμμένα σπίτια, που έφεραν ακόμα το όνομα ενός παλιού ιδιοκτήτη τους, “Κιαμήλ μπέη”. Σύντομα γυρίζοντας στα αριστερά, ανεβαίνουμε τους λόφους και φθάνουμε σ’ένα χωριό γνωστό με το μη ασύνηθες όνομα Καστανιά, στις 12 παρά τέταρτο. Είχαμε ιππεύσει πολύ αργά, τα καημένα άλογα μην έχοντας τίποτ’ άλλο να φάνε την προηγουμένη από πράσινο ινδικό καλαμπόκι.

Ξανακαβαλώντας τα άλογα στις 2, κατεβαίνουμε ένα απότομο μονοπάτι σ’ ένα ερειπωμένο χάνι, από που ο δρόμος προχωρεί σε ίσωμα μέχρι τη Στυμφαλία λίμνη. Όπως στον Φονιά που περιμέναμε να δούμε έλος και βρήκαμε λίμνη, έτσι και στη Στύμφαλο περιμέναμε λίμνη και βρήκαμε χωράφι. Γνωρίζοντας και πιστεύοντας στην ύπαρξη της Στυμφαλίας λίμνης από την παιδική ηλικία, απογοητευτήκαμε βλέποντας την καλλιεργημένη” (σελ. 819).

Η ελώδης έκταση που είδε ο Γκελ πρέπει να ήταν η αποκαλούμενη στις μέρες μας Πνιγούρα, μια άλλοτε βαλτώδης περιοχή μετά το Καρτέρι καθώς πάμε για Στυμφαλία και πριν τη διασταύρωση προς Δροσοπηγή. Στο χάνι που σχεδόν όλοι οι περιηγητές αναφέρουν κατοικούσε στις αρχές του 20ου αιώνα η οικογένεια Καλαμπάκα, κι έτσι έμεινε γνωστό ως Χάνι του Καλαμπάκα. Τα χαλάσματα του φαίνονται ακόμα περί τα 150μ. μετά τη γέφυρα του Καρτερίου καθώς πάμε για Καστανιά και στα δεξιά του δρόμου. Από το Χάνι μέχρι το διάσελο της Καστανιάς ο παλιός δρόμος έχει σχεδόν καταστραφεί από διανοίξεις με εκσκαφέα, και μόνο ένα μικρό τμήμα του μονοπατιού σώζεται σήμερα. Το τείχος κατά μήκος του, που αναφέρει ο Γκελ, εγώ δεν μπόρεσα να βρω, αλλά ούτε και οι ντόπιοι που ρώτησα θυμούνται να υπήρχε. Όσο για τις σπηλιές για τις οποίες μιλά ο ίδιος περιηγητής, αυτές πρέπει να είναι οι σπηλιές που διακρίνονται σε κόψιμο της βορειοανατολικής πλαγιάς του Μαυροβουνίου, πολύ ψηλότερα του δρόμου. Δυο απ’ αυτές είναι ακόμα γνωστές με το όνομα των παλιών ενοίκων τους, Παπανίκα και Μπαλτασαίων. Από το διάσελο μέχρι το Μεσινό, ο παλιός δρόμος πήγαινε λίγο χαμηλότερα από τη σημερινή άσφαλτο. Χαρακτηριστικό είναι ότι ούτε οι περιηγητές, ούτε οι ντόπιοι που ρώτησα θυμούνται αρματροχιές, ροδιές δηλαδή από κάρα της αρχαίας εποχής, κατά μήκος του παλιού δρόμου. Κι ο ίδιος που περπάτησα το σωζόμενο τμήμα δεν παρατήρησα τίποτα. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι ο συγκεκριμένος δρόμος δεν υπήρχε στην αρχαιότητα, και το πιο πιθανό είναι ότι τα αρχαία ίχνη έχουν αλλού καταστραφεί και αλλού διαβρωθεί λόγω της σαθρότητας του εδάφους.

Αντίθετα στο Φιλιάμι ο αρχαίος δρόμος άφησε ανεξίτηλα τα ίχνη του-κι ας μην αναφέρεται από κανέναν από τους περιηγητές-και ακριβώς εκεί συμβάδιζε με το νεότερο μονοπάτι από το Καρτέρι στη Δροσοπηγή και το Καγκάδι. Φαίνεται κατά διαστήματα σε συνολικό μήκος περίπου 30 μέτρων, και μόνο σ’ ένα σημείο διακρίνονται και οι δυο αρματροχιές. Το μετατρόχιο τους, η εγκάρσια δηλαδή απόσταση μεταξύ τους, είναι 1.43 μ., το βάθος της αρματροχιάς κυμαίνεται μεταξύ 10 και 15 εκ., ενώ το πλάτος της μεταξύ 6 και 8 εκ. Ο αρχαίος δρόμος συνεχίζει νότια προς Βορρούς όπου και πάλι διακρίνονται αρματροχιές, αλλά το μέρος έχει τόσο λογγώσει που η φωτογράφησή τους είναι αδύνατη. Στην αντίθετη κατεύθυνση συνέχιζε προς Παναγία, Νταούλιζα, διάσελο Μοσιά και Καγκάδι για να “πέσει” στη πεδιάδα του Φενεού παρά το Μεσινό. Ροδιές σώζονται κατά παράδοση νότια της Παναγίας, και στο διάσελο Μοσιάς μεταξύ του Τρικόρφου και του Αηλιά. Στο διάσελο ανέβηκα παρέα με τον Γιώργο Δαλαβάγκα και τον γιο του Χρήστο αλλά δεν μπορέσαμε να εντοπίσουμε τις αρματροχιές. Είναι πιθανόν αυτές να έχουν καταστραφεί από τη διάνοιξη παραπλεύρως αγροτικού δρόμου. Τη συνολική πορεία της αρχαίας οδού, από νοτιοανατολικά σε βορειοδυτικά, ακολούθησε στο μεγαλύτερο της μέρος και νεώτερο μονοπάτι που συνέδεε την Στυμφαλία με τη Φενεατική, και ασφαλώς πρόκειται για βασική, ίσως την κυρία αμαξήλατη οδό που συνέδεε τη Στύμφαλο με το Φενεό.

Παρουσιάζει δε δύο πλεονεκτήματα έναντι της οδού που περνούσε από το διάσελο της Καστανιάς* (1) στέρεο έδαφος, και (2) ηπιότερες κλίσεις. Πράγματι, με το να παρεκλίνει δεξιά προς Βορρούς απέφευγε τη διάβαση χειμάρρων και το βαλτώδες τμήμα ανατολικά από το σημερινό Καρτέρι. Επίσης, ο δρόμος ανεβαίνοντας από το χάνι στο διάσελο της Καστανιάς, μια απόσταση περίπου 2 χιλιομέτρων, ανέβαινε από τα 600 στα 1100 μέτρα παρουσιάζοντας μία κλίση που άγγιζε το 25%. Αν και παρόμοιες κλίσεις απαντώνται, έστω και σπάνια, σε αρχαίους δρόμους, παρουσίαζαν οπωσδήποτε μεγάλες δυσκολίες για τις άμαξες της εποχής. Αντίθετα η άνοδος στο διάσελο της Μοσιάς από τους Βορρούς και η κάθοδος από το Καγκάδι ήταν πολύ ομαλότερες εφόσον η κλίση τους δεν υπερέβαινε το 10%. Με άλλα λόγια, στην αρχαιότητα πρέπει να προτιμούσαν την αμαξιτή οδό από το διάσελο της Μοσιάς παρά αυτήν από το διάσελο της Καστανιάς. Σημειωτέον ότι οι δύο δεν διέφεραν χιλιομετρικά – το μήκος τους ήταν περίπου 12 χλμ.

Ο τρίτος και τελευταίος τρόπος επικοινωνίας των δύο πεδιάδων είναι το πέρασμα της Σκαφιδιάς, ανάμεσα στον Αηλιά και τη Ζήρεια. Το μονοπάτι – τώρα αγροτικός δρόμος-ανεβαίνει από τη Δροσοπηγή στη Νταούλιζα και τη Σκαφιδιά και πέφτει στη Γκούρα. Χρησιμοποιείται ακόμα για να πάει κανείς σύντομα από τα χωριά της Στυμφαλίας στη Γκούρα και στο βόρειο άκρο της Φενεάτικής παρακάμπτοντας τη Καστανιά, τη Μοσιά και το Μεσινό. Επίσης χρησιμοποιούνταν κατά κόρον από τους τσοπάνηδες εφόσον η Σκαφιδιά είναι καλός βοσκότοπος. Είναι αμφίβολον όμως εάν το μονοπάτι αυτό διαδέχθηκε αρχαία αμαξιτή οδό. Αφενός δεν έχουν αναφερθεί αρματροχιές κατά μήκος του, αφετέρου η πορεία του δύσκολα θα μπορούσε να εξυπηρετήσει την επικοινωνία Στυμφάλου και Φενεού γιατί θα ήταν κατά πολύ μακρύτερη των οδών που αναφέραμε παραπάνω. Πιο πιθανή είναι η χρήση του στην αρχαιότητα ως κτηνοτροφικής ατραπού, δεδομένου ότι η κτηνοτροφία αποτελούσε για τις πόλεις αυτές το πρωταρχικό μέσο διαβίωσης.

Τελειώνοντας αυτό το άρθρο θα ήθελα να ονομάσω αυτούς που με βοήθησαν να το γράψω: τους Κώστα Μιχαλόπουλο και Σπύρο Δερβεντζή από τη Δροσοπηγή* τον Κώστα Καρατζά από το Καρτέρι* τους Γιώργο και Χρήστο Δαλαβάγκα, Βαγγέλη Κονταργύρη και Μπάμπη Καλύβα από τη Καστανιά* τους ευχαριστώ όλους θερμά.

admin

H εισαγγελία της Ρώμης ερευνά απάτη με μάσκες για του κορωνοϊού σε βάρος του ιταλικού δημοσίου

Previous article

Με επιτυχία ολοκληρώθηκε η Ημερίδα Ελληνικής Εταιρείας Μαστολογίας στο Δερβένι

Next article

You may also like

Comments

Leave a reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *