ΚΟΡΙΝΘΙΑΛΑΟΓΡΑΦΙΑΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

ΜΙΑ ΠΑ­ΡΟΙ­ΜΙΑ ΤΗΣ Ο­ΡΕΙ­ΝΗΣ ΚΟ­ΡΙΝ­ΘΙΑΣ:“Στου Λού­ζι βρέ­χει και στου Σα­ϊ­τά χιο­νί­ζει” ΣΥ­ΓΚΡΙ­ΤΙ­ΚΗ Ε­ΞΕ­ΤΑ­ΣΗ ΜΕ ΑΛ­ΛΕΣ ΝΕ­Ο­ΕΛ­ΛΗ­ΝΙ­ΚΕΣ ΠΑ­ΡΟΙ­ΜΙΕΣ

0

ΑΡΙΣΤΕΙΔΗΣ ΔΟΥΛΑΒΕΡΑΣ

Στό­χος της ει­σή­γη­σής μου(Ημερίδες Κορινθιακής Λαογραφίας 1999) εί­ναι να α­σχο­λη­θώ με μια πα­ροι­μί­α της ο­ρει­νής Κο­ριν­θί­ας, να δώ­σω δη­λα­δή την ε­ξή­γη­σή της και να ε­ξε­τά­σω αν υ­πάρ­χουν άλ­λες ό­μοιες ή πα­ρό­μοιες νε­ο­ελ­λη­νι­κές πα­ροι­μί­ες εί­τε ως προς τη μορ­φή ή τη δο­μή εί­τε ως προς το πε­ριε­χό­με­νο.

Η πα­ρα­πά­νω πα­ροι­μία(1), ό­πως εύ­κο­λα δια­πι­στώ­νει κα­νείς, έ­χει το­πι­κό χα­ρα­κτή­ρα. Βέ­βαια, ό­λες οι πα­ροι­μί­ες έ­χουν το στοι­χεί­ο της το­πι­κό­τη­τας, α­φού εί­ναι προ­ϊ­ό­ντα των συ­γκε­κρι­μέ­νων κοι­νω­νι­κών, οι­κο­νο­μι­κών και λοι­πών δε­δο­μέ­νων της πα­ρα­δο­σια­κής α­γρο­τι­κής κοι­νω­νί­ας. Με­ρι­κές φο­ρές και μό­νο η γλωσ­σι­κή δια­τύ­πω­ση μιας πα­ροι­μί­ας προ­δί­δει και την κα­τα­γω­γή της. Στην πα­ροι­μία, ό­μως, που ε­ξε­τά­ζου­με, έ­χου­με ε­σω­τε­ρι­κά δη­λω­τι­κά στοι­χεί­α της το­πι­κής κα­τα­γω­γής της(2): Εί­ναι οι λέ­ξεις Λού­ζι και Σα­ϊ­τάς.

Το Λού­ζι(3) Φε­νε­ού εί­ναι οι­κι­σμός έ­ξω α­πό το χω­ριό “Αρ­χαί­α Φε­νε­ός”, που βρί­σκε­ται στους πρό­πο­δες του Σα­ϊ­τά.

Ο Σαϊ­τάς(4) (το αρ­χαί­ο ό­νο­μά του εί­ναι Ό­ρυ­ξις) εί­ναι βου­νό στα σύ­νο­ρα των Νο­μών Αρ­κα­δί­ας, Κο­ριν­θί­ας και Α­χα­ΐ­ας.

Τι ή­ταν ό­μως ε­κεί­νο που ο­δή­γη­σε τη λα­ϊ­κή θυ­μο­σο­φί­α στη χρη­σι­μο­ποί­η­ση της παροιμίας αυ­τής;

Το­πω­νύ­μια στην πε­ριο­χή του Φε­νε­ού υ­πάρ­χουν πολ­λά. Για­τί χρη­σι­μο­ποι­ή­θη­καν τα συ­γκε­κρι­μέ­να;

Ό­σοι έ­χουν ζή­σει στο Φε­νε­ό, θα γνω­ρί­ζουν ό­τι η συ­γκε­κρι­μέ­νη πε­ριο­χή α­πο­τε­λού­σε με­τε­ω­ρο­λο­γι­κή έν­δει­ξη για τους κα­τοί­κους. Αν έ­βλε­παν σύν­νε­φα πά­νω α­πό τον Σα­ϊ­τά, ή­ταν σί­γου­ρο ό­τι θα βρέ­ξει στην πε­ριο­χή. Ή­ταν έ­να οι­κεί­ο και α­βί­α­στο συ­μπέ­ρα­σμα γι’ αυ­τούς. Συ­νε­πώς, σε πρώ­το ε­πί­πε­δο, κυ­ριο­λε­κτι­κό, θα λέ­γα­με, ο λα­ϊ­κός άν­θρω­πος ξε­κί­νη­σε α­πό την πα­ρα­τή­ρη­ση συ­γκε­κρι­μέ­νων και­ρι­κών φαι­νο­μέ­νων. Δια­πί­στω­νε δη­λα­δή ό­τι και στα δυο αυ­τά μέ­ρη, αν και ή­ταν τό­σο κο­ντά, υ­πήρ­χε πλή­ρης δια­φο­ρο­ποί­η­ση ως προς την πα­ρα­γω­γή και­ρι­κών φαι­νο­μέ­νων.

Σε δεύ­τε­ρο ε­πί­πε­δο, το με­τα­φο­ρι­κό, η πα­ροι­μία αυ­τή λέ­γε­ται γι’ αυ­τούς, οι ο­ποί­οι δεν προ­σέ­χουν τα λό­για μας ή προ­σποιού­νται ά­γνοια ή α­δια­φο­ρί­α, σαν να πρό­κει­ται για κά­ποιο πράγ­μα α­νά­ξιο λό­γου, ό­πως εί­ναι η βρο­χή και το χιό­νι σε έ­να μα­κρι­νό τό­πο. Π.χ. ο Γιώρ­γος του μι­λού­σε έ­ντο­να. Αυ­τός, ό­μως, στου Λού­ζι βρέ­χει και στου Σα­ϊ­τά χιο­νί­ζει.

Ας ε­ξε­τά­σου­με ό­μως διά­φο­ρες ο­μό­θε­μες νε­ο­ελ­λη­νι­κές πα­ροι­μίες να δού­με τις δια­φο­ρές ή τις ο­μοιό­τη­τες στη μορ­φή ή στο πε­ριε­χό­με­νο με την υ­πό ε­ξέ­τα­ση πα­ροι­μία.

Ο Νι­κό­λα­ος Πο­λί­της (1852-1921) α­να­φέ­ρει την πα­ρα­κά­τω πα­ροι­μία:

Στου Μα­ντα­μά­δου βρέ­χει

και στ’ Α­ϊ­βα­λί βρο­ντά(5).

Ο Μα­ντα­μά­δος εί­ναι κω­μό­πο­λη, έ­δρα ο­μώ­νυ­μης κοι­νό­τη­τας, της ε­παρ­χί­ας Μυ­τι­λή­νης, στη Νή­σο Λέ­σβο, με 2.492 κα­τοί­κους στην α­πο­γρα­φή του 1961. Το Α­ϊ­βα­λί εί­ναι χω­ριό στα Μι­κρα­σια­τι­κά πα­ρά­λια, α­πέ­να­ντι α­πό τη Λέ­σβο.

Ό­πως εύ­κο­λα δια­πι­στώ­νει κα­νείς, η δο­μή της πα­ροι­μίας αυ­τής σε σύ­γκρι­ση με τη δι­κή μας, εί­ναι η ί­δια. Η μό­νη δια­φο­ρά εί­ναι στην ύ­παρ­ξη δυο χω­ριών στην πρώ­τη, ε­νώ στη δεύ­τε­ρη, ε­νός οι­κι­σμού και ε­νός βου­νού. Δια­φο­ρο­ποιεί­ται, ε­πί­σης, το δεύ­τε­ρο ρή­μα: α­ντί χιο­νί­ζει γί­νε­ται βρο­ντά.

Μια άλ­λη ό­μοια πα­ροι­μία εί­ναι η πα­ρα­κά­τω:

Πέ­ρα βρέ­χει

και στ’ Α­ϊ­βα­λί βρο­ντά(6).

Στην πα­ροι­μία αυ­τή το πρώ­το μέ­ρος δί­νε­ται α­ό­ρι­στα, χω­ρίς συ­γκε­κρι­μέ­νο το­πι­κό προσ­διο­ρι­σμό, ε­νώ το δεύ­τε­ρο μέ­ρος συ­γκε­κρι­με­νο­ποιεί­ται.

Κο­ντά σ’ αυ­τές α­να­φέ­ρω και μια άλ­λη πα­ροι­μία:

Βρέ­χει λά­δι στην Κο­ρώ­νη

και στην Κα­λα­μά­τα σύ­κα(7).

Η ερ­μη­νεί­α που δί­νει ο Νικ. Πο­λί­της εί­ναι η ε­ξής: Λέ­γε­ται εsς δή­λω­σιν πα­ντε­λούς α­δια­φο­ρί­ας πε­ρί τι­νος πράγ­μα­τος.

Υ­πάρ­χει, ό­μως, και μια πα­ροι­μία που πε­ριο­ρί­ζε­ται μό­νο στο πρώ­το μέ­ρος:

Στην Πά­ρο βρέ­χει(8).

Σε ό­λα τα πα­ρα­πά­νω πα­ρα­δείγ­μα­τα πρέ­πει να θε­ω­ρή­σου­με ως πρω­ταρ­χι­κό, δο­μι­κό στοι­χεί­ο τους, την πα­ροι­μία

Πέ­ρα βρέ­χει(9).

Η μορ­φή αυ­τή της παροιμίας α­πα­ντά στη Συλ­λο­γή των Πα­ροι­μιών του Ι. Βε­νι­ζέ­λου, που δη­μο­σιεύ­τη­κε το 1846. Η ερ­μη­νεί­α που της δί­νει εί­ναι η ε­ξής:

(Λέ­γε­ται) πρός τούς μή θέ­λο­ντας A­­πα­ντή­σαι εις ότι δέν συμ­φέ­ρει αυ­τοίς.

Την ί­δια πα­ροι­μία συ­μπε­ρι­λαμ­βά­νει στις “Πα­ροι­μί­ες” του και ο Ν. Πο­λί­της (1901) τ. Γ΄, με πα­ραλ­λα­γές:

α. Πέ­ρα βρέ­χει(10)

β. Αλ­λού βρέ­χει(11)

γ. Στα πέ­ρα βρέ­χει(12)

δ. Πέ­ρα βρέ­χει,(13)

     αλ­λού χει­μά­ζει.

Η ερ­μη­νεί­α που δί­νει εί­ναι η ε­ξής:

’Ε­πί των απρο­σε­κτού­ντων ή προ­σποιου­μέ­νων άγνοια ή Aδια­φο­ρί­αν, ωσεί επρό­κει­το πε­ρί πράγ­μα­τος ανα­ξί­ου λό­γου, οίον _ ή εν μα­κρινώ¨ τόπω βρο­χή(14).

Η ί­δια πα­ροι­μία α­πα­ντά και σε νε­ό­τε­ρες συλ­λο­γές:

1. Στη συλ­λο­γή του Παν. Ι. Πα­να­γού­λια, με την ε­ξής ερ­μη­νεί­α: “Λέ­γε­ται, ό­ταν κα­νείς α­δια­φο­ρεί για ό,τι κα­κό συμ­βαί­νει γύ­ρω του. Πα­ρά­δειγ­μα: Ό­λος ο κό­σμος ρω­τά­ει να μά­θει για την πυρ­κα­ϊ­ά, αλ­λά για τον Στά­θη πέ­ρα βρέ­χει”(15).

2. Στη συλ­λο­γή Κ. Σα­κελ­λα­ρί­δη, με την ε­ξή­γη­ση ό­τι “Λέ­γε­ται για κά­ποιον που δεί­χνει πλή­ρη α­δια­φο­ρί­α”(16).

3. Στη συλ­λο­γή Ιω. Αρ­βα­νί­τη, με την ε­ξής ερ­μη­νεί­α: “Ό­ταν α­δια­φο­ρεί κα­νείς για ζη­τή­μα­τα ζω­τι­κά ή για­τί υ­πο­τι­μά­ει τη ση­μα­σί­α τους ή για­τί δεν τον πιέ­ζουν ά­με­σα. Ε­πί­σης, για τον ε­γω­ι­στή, που ού­τε που σκο­τί­ζε­ται καν για τις υ­πο­χρε­ώ­σεις του προς τους άλ­λους. Τι τον νοιά­ζει αν βρέ­χο­νται μα­κριά άλ­λοι, α­φού αυ­τός δεν βρέ­χε­ται”(17).

4. Στη συλ­λο­γή πα­ροι­μιών που κά­νουν οι Π. Δορ­μπα­ρά­κης και Κασ­σια­νή Πα­νου­τσο­πού­λου, στο βι­βλί­ο τους “Η Πε­ριο­χή της Ευ­ρω­στί­νης Κο­ριν­θί­ας” ση­μειώ­νε­ται η πα­ροι­μία “Πέ­ρα βρέ­χει”(18), με το γε­νι­κό τί­τλο: “Εκ­φρά­σεις με αλ­λη­γο­ρι­κή ση­μα­σί­α”.

5. Τέ­λος, στη συλ­λο­γή Πα­ροι­μιών του Δη­μη­τρί­ου Π. Πα­σχά­λη, που πρό­σφα­τα εκ­δό­θη­κε, α­να­φέ­ρε­ται α­πλώς η πα­ροι­μία “Πέ­ρα βρέ­χει”(19), χω­ρίς ερ­μη­νευ­τι­κά σχό­λια.

Ε­πα­νέρ­χο­μαι στη θέ­ση που πα­ρου­σί­α­σα πιο πριν, ό­τι δη­λα­δή το βα­σι­κό δο­μι­κό σχή­μα σε ό­λες τις πα­ραλ­λα­γές που α­νέ­φε­ρα εί­ναι η πα­ροι­μία: πέ­ρα βρέ­χει. Αυ­τή, προ­φα­νώς, κα­τά τό­πους δέ­χτη­κε τρο­πο­ποι­ή­σεις ή ε­παυ­ξή­σεις (πλα­τυ­σμούς). Δεν εί­ναι α­νά­γκη έ­νας τό­πος να την πή­ρε α­πό άλ­λον. Με­ρι­κές φο­ρές συ­να­ντά­με ό­μοιες πα­ροι­μί­ες, ό­χι μό­νο στο ί­διο κρά­τος, αλ­λά σε δια­φο­ρε­τι­κά και μα­κρι­νά με­τα­ξύ τους κρά­τη. Οι κοι­νές πα­ροι­μί­ες εί­ναι α­πο­τέ­λε­σμα των κοι­νών βιο­τι­κών ε­μπει­ριών και ε­μπνεύ­σε­ων(20).

Ε­πι­στρέ­φω τώ­ρα στην αρ­χι­κή μου πα­ροι­μία:

Στου Λού­ζι βρέ­χει

και στου Σα­ϊ­τά χιο­νί­ζει.

Το ε­ρώ­τη­μα που τί­θε­ται εί­ναι πώς προ­έ­κυ­ψε το δεύ­τε­ρο μέ­ρος της πα­ροι­μίας, α­φού άλ­λω­στε συ­χνή εί­ναι η χρή­ση της με το πρώ­το της μέ­ρος:

Στου Λού­ζι βρέ­χει.

Πρό­κει­ται για μια ε­παύ­ξη­ση της αρ­χι­κής πα­ροι­μί­ας με κά­τι γνω­στό, οι­κεί­ο και κο­ντι­νό, ό­πως εί­ναι ο Σα­ϊ­τάς;

Ή μή­πως πρό­κει­ται για αρ­χι­κή δια­λο­γι­κή πα­ροι­μία, που ε­νιαιο­ποι­ή­θη­κε; Έ­να πρό­σω­πο δη­λα­δή εκ­φρά­ζει το πρώ­το μέ­ρος της πα­ροι­μίας, θέ­λο­ντας να ε­πι­τι­μή­σει κά­ποιον για την α­δια­φο­ρί­α του. Π.χ. ε­γώ σου μι­λά­ω, ε­σύ στο Λού­ζι βρέ­χει.

Ο άλ­λος τό­τε, για να δι­καιο­λο­γη­θεί ή να δια­μαρ­τυ­ρη­θεί ή να ε­πι­βε­βαιώ­σει τη δια­φω­νί­α, α­πα­ντά:

…και στου Σα­ϊ­τά χιο­νί­ζει.

Αυ­τός ο διά­λο­γος πι­θα­νό­τα­τα να ε­νιαιο­ποι­ή­θη­κε με το χρό­νο και να έ­δω­σε την πλή­ρη μορ­φή στην πα­ροι­μία αυ­τή. Α­νά­λο­γη πε­ρί­πτω­ση έ­χου­με με τη δια­λο­γι­κή πα­ροι­μί­α:

– Γειά σου, Γιάν­νη.

– Κου­κιά σπέρ­νω.

Ε­κεί­νο που πρέ­πει να ση­μειώ­σω εί­ναι ό­τι η πα­ροι­μία αυ­τή χρη­σι­μο­ποιεί­ται ό­χι μό­νο στην ο­ρει­νή Κο­ριν­θί­α, πε­ριο­χή Φε­νε­ού – Στυμ­φα­λί­ας, αλ­λά και σε ό­λη την Κο­ριν­θί­α και λέ­γε­ται σε πλή­θος πε­ρι­πτώ­σε­ων, α­φού έ­να χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό γνώ­ρι­σμα των πα­ροι­μιών εί­ναι η προ­σαρ­μο­γή στις νέ­ες κα­τα­στά­σεις και νέ­α δε­δο­μέ­να(21), χω­ρίς να αλ­λά­ξουν τη μορ­φή τους. Αν σκε­φτού­με ό­τι δεν γεν­νιώ­νται πλέ­ον νέ­ες πα­ροι­μί­ες, α­φού ε­ξέ­λει­παν οι ι­διαί­τε­ρες συν­θή­κες που τις δη­μιούρ­γη­σαν, πα­ρά ε­λά­χι­στες πα­ροι­μια­κές εκ­φρά­σεις, α­πο­τέ­λε­σμα κυ­ρί­ως του τε­χνο­λο­γι­κού πο­λι­τι­σμού μας: ό­πως: μου έ­δω­σε το πρά­σι­νο φως, χά­σα­με το λε­ω­φο­ρεί­ο, μου βγή­κε με κόκ­κι­νο κλπ. ή διά­φο­ρα σλό­γκαν, κα­τα­λα­βαί­νου­με τη δύ­να­μη προ­σαρ­μο­γής που έ­χουν οι πα­ρα­δο­σια­κές πα­ροι­μί­ες, κα­θώς βλέ­που­με να εκ­φρά­ζουν και τις πιο α­πρό­βλε­πτες κα­τα­στά­σεις. Τώ­ρα, λ.χ., με την τρα­γι­κή ε­ξέ­λι­ξη της υ­πό­θε­σης Ο­τσα­λάν δια­βά­σα­με στις ε­φη­με­ρί­δες πολ­λές πα­ροι­μί­ες, ό­πως:

Στερ­νή μου γνώ­ση να σ’ εί­χα πρώ­τα (Έ­θνος)(22).

Ό­ποιος α­να­κα­τεύ­ε­ται με τα πί­του­ρα, τον τρώ­νε οι κό­τες (Ε­ξου­σί­α)(23).

Οι ε­πι­κρί­σεις της κας Ντι­λάν σχο­λιά­στη­καν με την πα­ροι­μί­α:

Ε­κεί που μας χρω­στού­σαν, μας πή­ραν και το βό­δι! (Ε­ξου­σί­α)(24).

Η α­ντί­δρα­ση της Ελ­λη­νι­κής Κυ­βέρ­νη­σης με­τά το τρα­γι­κό συμ­βάν στα όρ­γα­να της Ευ­ρω­πα­ϊ­κής Έ­νω­σης υ­πέρ των Κούρ­δων σχο­λιά­στη­κε με την πα­ροι­μί­α:

Να σε κά­ψω Γιάν­νη,

να σ’ α­λεί­ψω λά­δι (Ε­λευ­θε­ρο­τυ­πί­α)(25).

Στα εν­δει­κτι­κά αυ­τά πα­ρα­δείγ­μα­τα(26) εί­ναι φα­νε­ρή η δύ­να­μη της πα­ροι­μί­ας να προ­σαρ­μό­ζε­ται “φο­ρε­τή” σε νέ­α δε­δο­μέ­να και να εκ­φρά­ζει νέ­ες κα­τα­στά­σεις, που ού­τε θα μπο­ρού­σε να φα­ντα­στεί ο λα­ϊ­κός άν­θρω­πος, στην πρώ­τη δια­τύ­πω­σή της.

Οι πα­ροι­μί­ες εί­ναι έ­να α­πό τα ω­ραιό­τε­ρα κε­φά­λαια της φι­λο­λο­γι­κής μας λα­ο­γρα­φί­ας. Α­ξί­ζουν την προ­σο­χή και το εν­δια­φέ­ρον μας. Ι­διαί­τε­ρα πρέ­πει να φρο­ντί­σου­με για την κα­τα­γρα­φή και τη με­λέ­τη τους. Εί­ναι έ­να χρέ­ος προς τις γε­νιές που έ­φυ­γαν αλ­λά και προς τις γε­νιές που θα έρ­θουν.

ΣΗ­ΜΕΙΩ­ΣΕΙΣ – ΠΑ­ΡΑ­ΠΟ­ΜΠΕΣ

1. Ευχαριστώ τον Καθηγητή Μιχάλη Γ. Μερακλή για τη βοήθειά του στο χαρακτηρισμό της συγκεκριμένης έκφρασης ως παροιμίας. Βλ. σχε­τι­κά: Μ.Γ. Με­ρα­κλή, Πα­ροι­μί­ες, Ελ­λη­νι­κές και των άλ­λων βαλ­κα­νι­κών λα­ών, Πα­τά­κης, Α­θή­να 1985, σσ. 9-15.

2. Α­ρι­στεί­δη Ν. Δου­λα­βέ­ρα (Ει­σα­γω­γή – Ε­πι­μέ­λεια), Η Πα­ροι­μιο­λο­γι­κή και πα­ροι­μιο­γρα­φι­κή Ερ­γο­γρα­φί­α του Δη­μη­τρί­ου Λου­κά­του, Εκ­δ. Πο­ρεί­α, Α­θή­να 1994, σ. 207. “Ι­διαί­τε­ρα ό­μως θα θε­ω­ρη­θεί “το­πι­κή” μια πα­ροι­μί­α, ό­ταν α­να­φέ­ρε­ται σε το­πω­νύ­μια, σε ι­στο­ρί­ες και σε τρό­πους ζω­ής α­πό­λυ­τα γη­γε­νή”.

3. Μιχ. Σ. Κορ­δώ­ση, Συμ­βο­λή στην Ι­στο­ρί­α και Το­πο­γρα­φί­α της πε­ριο­χής Κο­ρίν­θου στους Μέ­σους Χρό­νους, Δι­δα­κτο­ρι­κή Δια­τρι­βή, Βι­βλιο­πω­λεί­ο Κα­ρα­βί­α, Α­θή­να 1981, σ. 309.

4. Μιχ. Σ. Κορ­δώ­ση, ό.π., σ. 329.

5. Νι­κο­λά­ου Πο­λί­του, Με­λέ­ται πε­ρί του Βί­ου και της Γλώσ­σης του Ελ­λη­νι­κού λα­ού, Πα­ροι­μί­αι, τ. Γ΄, Α­θή­να 1901, Φω­τοτ. Α­να­τύ­πω­ση α­πό τις εκ­δ. “ΕΡ­ΓΑ­ΝΗ” 1965, σελ. 258, αρ. 53.

6. Νι­κο­λά­ου Πο­λί­του, ό.π., Γ΄, 257, 48.

7. Νι­κο­λά­ου Πο­λί­του, ό.π., Γ΄, 248, 17α.

8. Νι­κο­λά­ου Πο­λί­του, ό.π., Γ΄, 257, 52.

9. Ι. Βε­νι­ζέ­λου, Πα­ροι­μί­αι δη­μώ­δεις, Α­νατ. της Α΄ και Β΄ έκ­δο­σης (1846 και 1867) α­πό τις εκ­δό­σεις “Ε­πι­και­ρό­τη­τα”, Α­θή­να χ.χ., σ. 252, αρ. 78.

10.       Νι­κο­λά­ου Πο­λί­του, ό.π., Γ΄, 256, 47.

11.       Νι­κο­λά­ου Πο­λί­του, ό.π., Γ΄, 245, 4.

12.       Νι­κο­λά­ου Πο­λί­του, ό.π., Γ΄, 257, 51.

13.       Νι­κο­λά­ου Πο­λί­του, ό.π., Γ΄, 257, 47α.

14.       Νι­κο­λά­ου Πο­λί­του, ό.π., Γ΄, 256, 47.

15.       Παν. Ι. Πα­να­γού­λια, Πα­ροι­μί­ες του λα­ού μας, Εκ­δ. Βα­σι­λό­που­λος, Α­θή­να 1981, σ. 137, αρ. 17.

16.       Κώ­στα Οδ. Σα­κελ­λα­ρί­δη, Πα­ροι­μί­ες και Φρά­σεις α­πό τη Νί­συ­ρο, Ε­ται­ρεί­α Νι­συ­ρια­κών Με­λε­τών, Α­θή­να 1983, σ. 71, αρ. 393.

17.       Ιω­άν­νη Μ. Αρ­βα­νί­τη, Α­πό τις πη­γές του λα­ού μας. Τα μνη­μεί­α του λό­γου. Πα­ροι­μί­ες, τ. Β΄, Α­θή­να 1988, σ. 49.

18.       Π.Χ. Δορ­μπα­ρά­κη – Κασ. Πα­νου­τσο­πού­λου, Η πε­ριο­χή της Ευ­ρω­στί­νης Κο­ριν­θί­ας. Ι­στο­ρί­α – Λα­ο­γρα­φί­α – Γλώσ­σα. Εκ­δ. Συλ­λό­γου Ευ­ρω­στι­νί­ων – Gutenberg, Α­θή­να 1992, σ. 383.

19.       Δη­μη­τρί­ου Π. Πα­σχά­λη, Πα­ροι­μί­αι και πα­ροι­μιώ­δεις φρά­σεις του λα­ού της νή­σου Άν­δρου. Ει­σα­γω­γή – Ε­πι­μέ­λεια: Μ.Γ. Βαρ­βού­νη, Κα­ΐ­ρειος Βι­βλιο­θή­κη, Άν­δρος 1996, σ. 140, αρ. 805.

20.       Α­ρι­στεί­δη Ν. Δου­λα­βέ­ρα, Ερ­γο­γρα­φί­α… Δ.Σ. Λου­κά­του, ό.π., σ. 501.

21.       Α­ρι­στεί­δη Ν. Δου­λα­βέ­ρα, Ερ­γο­γρα­φί­α… Δ.Σ. Λου­κά­του, ό.π., σ. 505.

22.       Ε­φημ. “Έ­θνος”, της 28-2-99, σελ. 18.

23.       Ε­φημ. “Ε­ξου­σί­α”, της 1-3-99, σελ. 1, στο κύ­ριο άρ­θρο.

24.       Ε­φημ. “Ε­ξου­σί­α”, της 1-3-99, σελ. 1 (δί­πλα στον τί­τλο).

25.       Ε­φημ. “Ε­λευ­θε­ρο­τυ­πί­α”, της 1-3-99.

26.       Α­ρι­στεί­δη Ν. Δου­λα­βέ­ρα, Ερ­γο­γρα­φί­α… Δ.Σ. Λου­κά­του, ό.π., σελ. 505.

admin

ΑΔΕΙΑ Η ΠΑΡΑΛΙΑ ΤΟΥ ΚΟΡΙΝΘΙΑΚΟΥ ΑΝΑΜΕΝΟΝΤΑΣ ΤΟΝ “ΙΑΝΟ”

Previous article

4 νέα μέτρα στην Αττική μέχρι τις 4 Οκτωβρίου

Next article

You may also like

Comments

Leave a reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *