ΚΟΡΙΝΘΙΑΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ

Η ΚΟΡΙΝΘΙΑΚΗ ΣΥΝΕΙΔΗΣΗ ΤΟΥ ΚΩΣΤΑ ΚΑΡΥΩΤΑΚΗ

0

ΤΑΚΗ ΜΙΧΟΠΟΥΛΟY

Ο ποιητής Κ. Καρυωτάκης γεννήθηκε στην Τρίπολη το 1896 και έδωσε τέλος στη ζωή του στην Πρέβεζα το 1928. Ο Καρυωτάκης ακολουθώντας το νομομηχανικό πατέρα του έζησε τα παιδικά του χρόνια σε πολλές πόλεις της Ελλάδας. Τέλειωσε το Γυμνάσιο στα Χανιά. Εδώ γεννιέται ένα ερώτημα: Στη συνείδηση του ποιητή υπήρξε κάποιος τόπος που να τον θεωρούσε ιδιαίτερη πατρίδα του; Κάποιοι έχουν πει ότι ο Καρυωτάκης στην ουσία είναι Κρητικός. Ταιριάζει και το όνομα. Εμείς θα δείξουμε ότι θεωρούσε σαν ιδιαίτερη πατρίδα του, που αγαπούσε, τη Συκιά της Κορινθίας. Ωστόσο είναι αλήθεια ότι ο Κ.Κ. δεν έχει μιλήσει πουθενά, στο έργο του, για Συκιά και για Κορινθία. Όμως κάποιες σκέψεις πάνω σε ένα ποίημά του μπορούν να μας οδηγήσουν σε συμπέρασμα ασφαλές. Πράγματι μόνο από ένα ποίημα και με προσεκτική παρατήρηση είναι εύκολο να καταλάβουμε ποια είναι η “συνείδηση της γης” αυτού του ιδιόρρυθμου ποιητή.

ΑΥΤΟΠΡΟΣΩΠΟΓΡΑΦΙΑ ΚΑΡΥΩΤΑΚΗ

Συγκεκριμένα το Ξυλόκαστρο, η Συκιά και τα Καρυώτικα, που είναι σε λόφο, βρίσκονται στις κορυφές ενός ισόπλευρου τριγώνου που η κάθε του πλευρά δεν είναι μεγαλύτερη από ένα χιλιόμετρο.

Ο Κώστας Ευθυμίου κατέβηκε νέος από τα Καρυώτικα στη Συκιά. Στη Συκιά ανέπτυξε μεγάλες δραστηριότητες ενώ πολλές φορές ανέβαινε στα Καρυώτικα. Από θαυμασμό οι Συκιώτες τον “βάφτισαν” Καρυωτάκη. Μιλάμε για τον παππού του Κώστα Καρυωτάκη του ποιητή. Αυτός ο Κώστας Καρυωτάκης απέκτησε τεράστια κτηματική περιουσία, ενώ παράλληλα ασχολήθηκε με εμπορικές επιχειρήσεις. Ανάμεσα στα εφτά παιδιά του, πέντε αγόρια και δυο κορίτσια, ήταν και ο Γιώργος Καρυωτάκης, πατέρας του ποιητή.

Αυτή τη στιγμή στη Συκιά υπάρχουν τρία Καρυωτακέϊκα σπίτια. Το ένα είναι γνωστό σα σπίτι του Θάνου Καρυωτάκη, αδελφού του ποιητή, το άλλο σα σπίτι του Κώστα Καρυωτάκη εξάδελφου του ποιητή και το τρίτο ανήκει στο Δημο-σθένη Καρυωτάκη ανηψιό του ποιητή. Ο Κώστας Καρυωτάκης είχε την ατυχία να πουληθεί πολύ νωρίς το πατρικό του σπίτι. Συγκεκριμένα πουλήθηκε από το θείο του Νώντα, ο οποίος είχε κληρονομήσει σχεδόν όλη την Καρυωτακέϊκη περιουσία. Έτσι ο ποιητής, ο αδελφός του και η αδελφή του, παθιασμένοι με τη Συκιά, αναγκάζονταν επί αρκετά χρόνια να μένουν για διακοπές στον τόπο τους σε νοικιασμένα σπίτια. Όλοι οι παλιοί βεβαιώνουν, καθώς και ο κ. Δημοσθένης Καρυωτάκης υπογράμμισε, ότι ο Κώστας Γ. Καρυωτάκης έτρεφε μέγα πάθος για το πατρικό του χωριό.

Έχει πέσει στην αντίληψή μου μία άλλη άποψη για το ποια θεωρούσε πατρίδα του ο ποιητής. Αυτή στηρίζεται στους πρώτους στίχους του ποιήματος

“ΥΠΝΟΣ”.

TO ΣΠΙΤΙ TOY ΚΑΡΥΩΤΑΚΗ ΣTH ΣΙΚΥΑ

“Θα μας δοθεί το χάρισμα και η μοίρα

να πάμε να πεθάνουμε μια νύχτα

στο πράσινο ακρογιάλι της πατρίδας;

Γλυκά θα κοιμηθούμε σαν παιδάκια

γλυκά. Κι απάνωθέ μας θε να φεύγουν,

στον ουρανό, τ’ αστέρια και τα εγκόσμια.

Θα μας χαϊδεύει ως όνειρο το κύμα.

Και γαλανό σαν κύμα τ’ όνειρό μας”.

Ξεκινώντας από αυτούς τους στίχους ο καθηγητής Πανεπιστημίου Νικόλαος Τωμαδάκης στο περιοδικό “Κριτικές σελίδες” (1936) γράφει: “Ποιος ξέρει, αν το ακρογιάλι της πατρίδας όπου ήθελε να κοιμηθεί γλυκά γλυκά ο νανουρισμένος απ’ το κρητικό κύμα ποιητής, δεν ήταν των εφηβικών του χρόνων το κρητικό ακρογιάλι;”

Γεννάει μεγάλη απορία πώς ο Ν. Τωμαδάκης δεν σκέφτηκε και δεν προβληματίστηκε πάνω σε άλλους στίχους του ίδιου ποιήματος. Συγκεκριμένα στο “ΥΠΝΟΣ”, που καταλαμβάνει μόνο μία σελίδα, υπάρχουν οι στίχοι:

Και τα κορίτσια του χωριού μας

αγριαπιδιές, θα στέκουνε τριγύρω

και, σκύβοντας, κρυφά θα μας μιλούνε

για τα χρυσά καλύβια, για τον ήλιο

της Κυριακής, για τις ολάσπρες γάστρες,

για τα καλά τα χρόνια μας που πάνε.

Το χέρι μας κρατώντας η κυρούλα,

κι όπως αργά θα κλείνουνε τα μάτια,

θα μας διηγιέται – ωχρή – σαν παραμύθι

την πίκρα της ζωής.

Στέκομαι σε τρεις λέξεις “χωριού”, “γάστρες” και “κυρούλα”. Τα Χανιά δεν είναι εύκολο να θεωρήσει κανένας πράσινο χωριό. Οι ολάσπρες γάστρες κατασκευασμένες από πηλό (ασπριά) βρίσκονταν δίπλα στο “φουρναριό” των χωριάτικων σπιτιών της Κορινθίας. Αυτή η λέξη δεν απαντάται ούτε μέσα στην πόλη των Χανίων ούτε στα γύρω χωριά ούτε στα μητάτα των κρητικών βουνών. Στα χρόνια του Καρυωτάκη τη γιαγιά στην Κορινθία τη φώναζαν κυρούλα και κάποιοι εξακολουθούν να τη φωνάζουν έτσι. Αυτή η λέξη είναι άγνωστη στην Κρήτη. Εξάλλου, μικρός ο Κώστας Καρυωτάκης, την κυρούλα του τη συναντούσε και δεχόταν τα χάδια της στη Συκιά της Κορινθίας.

admin

Οι σκύλοι που μυρίζουν τον κορωνοϊό

Previous article

Βιετνάμ: Κατασχέθηκαν 345.000 χρησιμοποιημένα προφυλακτικά που πωλούνταν ως καινούργια

Next article

You may also like

Comments

Leave a reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *