ΙΣΤΟΡΙΑΚΟΡΙΝΘΙΑΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ

ΤΟ ΤΟΠΩΝΥΜΙΟ Ο ΒΡΑΧΑΤΗΣ, ΤΟ ΒΡΑΧΑΤΙ

0

του Α­να­στα­σί­ου Βα­σι­λεί­ου

Αρ­χι­κά εί­χε σχη­μα­τι­στεί η ε­ντύ­πω­ση ό­τι η λέ­ξη – το­πω­νύ­μιο Βρα­χάτι ή­ταν τουρ­κι­κής προ­έ­λευ­σης. Δη­λα­δή πως εί­χε προ­έλ­θει α­πό δύ­ο τουρ­κι­κές λέ­ξεις ως συν­θε­τι­κά μέ­ρη στα χρό­νια της τουρ­κι­κής σκλα­βιάς. Α­πό το μπράκ-άτ που σημαί­νει: ά­στο τ’ ά­λο­γο ε­λεύ­θε­ρο να βό­σκει ε­δώ στον πλού­σιο κάμπο, ή ά­στο το ά­λο­γο ε­λεύ­θε­ρο να τρέ­χει στον α­πέ­ρα­ντο αυ­τό κά­μπο. Το μπρακάτ έ­γι­νε αρ­χι­κά Μπρα­κά­τι κι αρ­γό­τε­ρα, με την πά­ρο­δο του χρό­νου, ε­ξελ­λη­νί­στη­κε στη λέ­ξη Βρα­χά­τι, ό­πως δια­τη­ρεί­ται και σή­με­ρα.

Α­λη­θο­φα­νής ε­τυ­μο­λο­γί­α και α­νά­λυ­ση, αλ­λ’ ό­μως βα­θύ­τε­ρη με­λέ­τη κι έ­ρευ­να α­πέ­δει­ξε το α­ντί­θε­το. Η λέ­ξη – το­πω­νύ­μιο Βρα­χά­της (Βρα­χά­τι) εί­ναι αρ­χαιο­ελ­λη­νι­κής προ­έ­λευ­σης. Ό­πως και η λέ­ξη Βό­χα, ως ε­ξελ­λη­νι­σμέ­νη, φαί­νε­ται ό­τι προ­έρ­χε­ται α­πό την τουρ­κι­κή λέ­ξη μποχ (βρώ­μα, κο­πριά) δη­λα­δή μποχ>μπό­χα>βό­χα. Α­ντι­θέ­τως ό­μως εί­ναι λέ­ξη αρ­χαιο­ελ­λη­νι­κή και σχη­μα­τί­στη­κε α­πό τη ρί­ζα βουχ- και βωχ- η ο­ποί­α ση­μαί­νει τό­πο, το­πο­θε­σί­α, έ­κτα­ση γης πλού­σια σε βο­σκή και κα­τάλ­λη­λη για την ε­κτρο­φή βο­ών.

Η ε­τυ­μο­λο­γού­με­νη κι α­να­λυό­με­νη λέ­ξη Βρα­χά­της (Βρα­χά­τι) σχημα­τί­στη­κε α­πό δύ­ο συν­θε­τι­κά μέ­ρη. Το πρώ­το συν­θε­τι­κό μέ­ρος της λέ­ξης εί­ναι η ρί­ζα βράχ- του ρή­μα­τος βρέ­χω και το δεύ­τε­ρο συν­θε­τι­κό μέ­ρος προέρ­χε­ται α­πό το ό­νο­μα της θε­άς της θε­ο­μη­νί­ας της ε­πο­χής ε­κεί­νης, Ά­τη και Άτης κα­θώς και Ά­τι – Ά­τις (α­ά­ω>αFά­τη>α­ά­τη>ά­τη>ά­τι ή αFά­τη>α­ά­τα>ά­τα). Το ρή­μα βρέ­χω και βρέ­χο­μαι έ­χει τρί­α θέ­μα­τα. Α­πό τη ρί­ζα βρέχ- σχη­μα­τί­στη­καν οι λέ­ξεις βρέ­χω, βρέ­ξι­μο, βρε­χτός, βρεγ­μέ­νος, βρέ­χτης, βρε­χτού­ρα κλπ. Α­πό τη ρί­ζα βρόχ- οι λέ­ξεις βρο­χή, βρο­χε­ρός, βρό­χι­νος κλπ. Και α­πό τη ρί­ζα βραχ- οι λέ­ξεις βρά­χη­κα, βρα­χέ­α κλπ.

Η λέ­ξη βρα­χέ­α σή­μαι­νε πλημ­μυ­ρι­σμέ­να και λι­μνά­ζο­ντα βρό­χι­να νερά, κα­τε­βα­σιές, λα­σπό­νε­ρα. Η λέ­ξη Ά­τη και Ά­τι προ­σω­πο­ποι­η­μέ­νη φα­νέ­ρω­νε τη θε­ά της βλά­βης, της κα­τα­στρο­φής, της θε­ο­μη­νί­ας. Η θε­ά Ά­τη προ­κα­λώ­ντας τη θεο­μη­νί­α έ­φερ­νε τις κα­τε­βα­σιές, τα βρό­χι­να λα­σπό­νε­ρα, μέ­σω των χει­μάρ­ρων και πλημ­μύ­ρι­ζε το βα­θύ­πε­δο της πε­ριο­χής, προ­ξε­νώ­ντας ζη­μιές και βλά­βες στις καλ­λιέρ­γειες, στα ζώ­α και στους κα­τοί­κους.

Ε­πο­μέ­νως, έ­τσι προ­ήλ­θε και πα­ρέ­μει­νε το το­πω­νύ­μιο Βρα­χά­της και χω­ριό Βρα­χά­τι. Στα πα­λιά χρό­νια ή­ταν οι­κι­σμός της πό­λης – κρά­τους της Αρ­χαί­ας Κο­ρίν­θου. Ο ξε­ρο­πό­τα­μος Ζα­πά­ντης (Ζα – πά­ντης), πε­ρισ­σό­τε­ρο α­πό τους άλλους συ­νε­τέ­λε­σε να σχη­μα­τι­στεί με την κα­τε­βα­σιά του ι­ζη­μα­τώ­δης έ­κτα­ση πλού­σια σε χου­μά­δες και γό­νι­μο έ­δα­φος. Ο Ζα­πά­ντης τα πά­ντα πλημ­μύ­ρι­ζε με λα­σπό­νε­ρα. Οι κά­τοι­κοι της πε­ριο­χής έ­κα­ναν προ­σευ­χές, πα­ρα­κλή­σεις και λιτα­νεί­ες στο θε­ό Δί­α, για να στεί­λει τις α­ντίρ­ρο­πες φυ­σι­κές δυ­νά­μεις ν’ απο­ξε­ρά­νουν τον τό­πο α­πό τα λι­μνά­ζο­ντα βρό­χι­να λα­σπό­νε­ρα, τα βρά­χε­α.

Τέ­τοιες α­ντίρ­ρο­πες δυ­νά­μεις ή­ταν ο ή­λιος, ο α­έ­ρας και το έ­δα­φος. Ο ή­λιος (Δί­ας) και ο α­έ­ρας (Αί­ο­λος) συ­ντε­λού­σαν στην ε­ξά­τμι­ση των λα­σπό­νε­ρων. Και το έ­δα­φος, η γη (Δή­μη­τρα, Δέ­α – μή­τηρ) α­πορ­ρο­φού­σε προς το βά­θος τα λι­μνάζο­ντα λα­σπό­νε­ρα. Κι έ­τσι α­πο­ξε­ραι­νό­ταν το έ­δα­φος του το­πί­ου κι α­κο­λου­θούσε η λύ­τρω­ση α­πό τον ό­λε­θρο της θε­ο­μη­νί­ας. Οι πα­ρα­κλή­σεις και λι­τα­νεί­ες των κα­τοί­κων του οι­κι­σμού, προ­σω­πο­ποι­η­μέ­νες ως θε­ές και θε­αι­νές λέ­γο­νταν Λι­ταί (λι­τα­νεύ­ω – λι­τα­νεί­α, λι­τα­νός – λι­τα­νί­α).

admin

ΦΩΝΗ ΤΗΣ ΚΟΡΙΝΘΙΑΣ T.1717

Previous article

Τράμπ: Πενσυλβάνια, 31 Οκτωβρίου 2020

Next article

You may also like

Comments

Leave a reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *