ΛΑΟΓΡΑΦΙΑΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Ο Λόγος και ο Μύθος σε κορινθιακές τοπικές παραδόσεις

0

Ελένη Κυριακοπούλου

Κάθε τοπική παράδοση και, γενικότερα κάθε μύθος, σύμφωνα με την λαογραφία περιέχει συνήθως δύο στοιχεία με διαφορετικό σε κάθε περίπτωση ποσοστό: αφ’ ενός είναι ο «λόγος, δηλαδή η λογική, η πραγματικότητα και, αφ’ ετέρου ο καθαρός μύθος, με άλλα λόγια η φαντασία, η εξωπραγματική παραδοχή. Γύρω από κάποιο συγκεκριμένο πραγματικό στοιχείο, γεγονός ή φαινόμενο στην φύση ή στην ζωή, εκτυλίσσεται, περιπλέκεται και επεκτείνεται το εξωπραγματικό, με τέτοιον τρόπο ώστε να παριλάβει φανταστικά στοιχεία, αλλά και περιστατικά, προκειμένου να δημιουργηθεί τελικά η αυτό που λέμε «παράδοση» και «μύθος». Η πλοκή αυτή του φανταστικού, της μυθοπλασίας γύρω από το πραγματικό, τον «λόγο» είναι καμιά φορά τόσο σύνθετη και πολυσχιδής, ώστε ο «λόγος» συχνά καθίσταται δυσδιάκριτος.

Κατ’ αυτή την έννοια είναι ενδιαφέρον να εντοπίσουμε τέτοια στοιχεία σε κορινθιακές τοπικές παραδόσεις, στις οποίες, όπως θα δούμε, η πλοκή του μύθου, της φαντασίας γίνεται τόσο με φυσικά φαινόμενα, όσο και με γεγονότα της ζωής. Τα παραδείγματα στα οποία θα ανατρέξουμε προέρχονται από ορεινές περιοχές της Κορινθίας, κάτι που είναι φυσικό, καθότι οι μύθοι και οι παραδόσεις είναι δημιουργήματα προηγούμενων κυρίως αιώνων, κατά τους οποίους ελάχιστα ήταν τα χωριά και οι οικισμοί στην πεδινή και ειδικότερα στην παραλιακή Κορινθία, οι οποίοι διαμορφώθηκαν σε κεφαλοχώρια μετά το 1840, με την ολοκλήρωση της σιδηροδρομικής γραμμής Κορίνθου – Πατρών.

Τα δυο στοιχειά του Φονιά

            Ο Φονιάς είναι η δημώδης τοπική ονομασία του Φενεού, εκ παραφθοράς του αρχαίου τοπωνυμίου. Την σχετική τοπική παράδοση την έγραψε ο Άγγλος περιηγητής Leake που επισκέφθηκε το 1806 την περιοχή και αναδημοσίευσε ο Νικόλαος Πολίτης. Σύμφωνα με αυτόν τον μύθο: του Φονιά τη λίμνα την ώριζαν δυό στοιχειά, το ένα κατοικούσε κοντά στη Γκιόζα, το άλλο πέρα απ’ τη Λυκούρια. Αυτά μάλωναν συχνά μεταξύ τους και στο ύστερο βγήκαν να παλέψουν σε μια θέση κοντά στην κορυφή του Σαϊτά. Το ένα απ’ αυτά που έμεινε στα δυτικά μέρη της λίμνας και ήτανε πολύ πονηρότερο, εσκέφθη να ρίχνει στον εχτρό του τουλούπες από βοδινό ξύγκι∙ άμαοι τουλούπες ακουμπούσαν απάνω του, έπιαναν φωτιά, και τόσο φοβερούς πόνους του έκαναν, που το ανάγκασαν να φύγει, και επειδή δεν είχε άλλο δρόμο, έσκισε τα βουνά και μπήκε. Απ’ αυτό το άνοιγμα χύθηκαν και τα νερά της λίμνης και ξεράθηκε.

Στην τοπική αυτή παράδοση της περιοχής του Φενεού ο μύθος έρχεται να καλύψει πραγματικό φυσικό γεγονός, έρχεται δηλαδή να εξηγήσει το πώς και το γιατί του λόγου διανθίζοντάς τον με φανταστικά στοιχεία και μυθολογική ερμηνεία. Το πραγματικό φυσικό γεγονός είναι η υπόγεια φυσική επικοινωνία του οροπεδίου με τις πηγές του Λάδωνα παρά τη Λυκούρια. Την υπόγεια αυτή διαδρομή ακολούθησαν τα νερά της λίμνης και αποξηράνθηκε το οροπέδιο. Κ κορύφωση ακριβώς του γεγονότος αυτού, το αιφνιδιαστικό άδειασμα της τεράστιας σε βάθος λίμνης, αποτέλεσμα των φυσικών δυνάμεων, έρχεται να παρομοιάσει ο πέπλος του μύθου με μία πάλη στοιχειών που χρησιμοποίησαν παρόμοια αγωνιστικά μέσα, όπως στην μυθική αρχαιότητα οι Ολύμπιοι θεοί κατά των γιγάντων[1], ο Ηρακλής κατά της Λερναίας Ύδρας[2] ή κατά των Κενταύρων[3] κ.α.

Το στοιχειό του Γκούρα

Η τοπική αυτή παράδοση προέρχεται από το Μάρκασι την οποία κατέγραψε το 1911 ο Ι. Σταματούλης. Το τοπωνύμιο Γκούρα ταυτίζεται με ομώνυμη πηγή της περιοχής, έχει αλβανική προέλευση και σημαίνει πέτρα. Απαντά συχνά ως όνομα πηγών, κυρίως όταν αναβλύζουν κάτω ή δίπλα από βράχο, σε περιοχές με αλβανικά τοπωνύμια.

Ησανε δύο στοιχειά σαν άλογα, το ένα κόκινο και τα’άλλο ψαρί και κάθε ημέρα επαλεύανε ποιο να νικήση το άλλο. Εκεί κοντά ήτανε κ’ένας βρικόλος[4] με τα βόδια του. Μια ημέρα το ένα στοιχειό βρίσκει το βρικόλο και του λέει <Βοήθα με να κάμω ζάπι τα’άλλο στοιχειό. Σφάξ’ τη μαρμαρογελάδα, βγάλ’ το ξύγκι κάν’το τόπια και την ώρα που θα παλεύω με τ’άλλο στοιχειό εσύ θα τον χτυπάς με τα τόπια, το στοιχειό θα φυλάγετ’, εγώ θα τρώ το ξύγκι θα δυναμώνω και θα τον ζαπίσω. Αν κάμης κατά που σου λέω εγώ τα γελάδια σου θαν τα κάμω πολλά.> Έκαμ’ ο βρικόλος κατά που του είπε το στοιχειό και το ένα στοιχειό ενίκησε τ’ άλλο. Τώρα το στοιχειό βάνει το πόδι του προστά κι αμποδίζει το νερό να βγαίνη. Σηκώνει το πόδι του απολύεται το νερό. 

Και σε αυτή την τοπική παράδοση, από το Μάρκασι της Κορινθίας, ο μύθος έρχεται να καλύψει ένα πραγματικό φυσικό γεγονός, να εξηγήσει το «πώς» και το «γιατί» του «λόγου», διανθίζοντάς τον με φανταστικά στοιχεία και μυθολογική ερμηνεία. Το πραγματικό φυσικό γεγονός εδώ είναι ότι η πηγή Γκούρα στο Μάρκασι είναι αυξομειούμενη, δηλαδή άλλοτε  έχει άφθονο νερό, άλλοτε λιγότερο και άλλες φορές στερεύει εντελώς. Το φαινόμενο εξηγεί σαφώς η επιστήμη της γεωυδρολογίας, κατατάσσοντας την πηγή αυτήν στις λεγόμενες «διαλείπουσες πηγές» των οποίων η λειτουργία εξαρτάται αποκλειστικά από την παροχή και τον τρόπο κυκλοφορίας των υπόγειων υδάτων της περιοχής, που είναι και αυτή αυξομειούμενη, διακοπτόμενη και διαλείπουσα, ιδίως μετά από περιόδους αυξημένης ξηρασίας ή μειώσεως των βροχοπτώσεων που τροφοδοτούν και εμπλουτίζουν τους υπόγειους φυσικούς ταμιευτήρες ύδατος.

Αυτές τις περίπλοκες διεργασίες της κυκλοφορίας των υπόγειων υδάτων μέχι να φθάσουν στο στόμα της πηγής αγνοεί βέβαια η λαϊκή αντίληψη, η οποία γνωρίζει μόνο το τελικό γεγονός: ότι η πηγή άλλοτε έχει άφθονο νερό, άλλοτε λιγότερο και άλλοτε στερεύει. Και εδώ ακριβώς έρχεται ο μύθος για να δώσει την δική του χροιά, την φανταστική ερμηνεία, την πειστική άλλα εξωπραγματική εκδοχή. Στην θέση της φυσικής δύναμης, της παροχής, δηλαδή, των υπογείων υδάτων βάζει το πόδι του και εμποδίζει το νερό να βγαίνει, άλλοτε πάλι το σηκώνει κι απολυέται το νερό. Για να μπορέσει, όμως, το στοιχειό να είναι ο απόλυτος άρχων, ο εξουσιαστής του φαινομένου πρέπει προηγουμένως να υπερνικήσει άλλες υπερφυσικές δυνάμεις που εκπροσωπούνται από το άλλο, το αντίπαλο στοιχειό. Παλεύει, λοιπόν, μαζί του και καταβάλλει, το κάνει «ζάπι». Το ερώτημα είναι πώς, όμως; Όχι κατά τρόπο συμπτωματικό, αφού ο αντίπαλος ήτανε επίσης στοιχειό με τις ίδιες ιδιότητές του. Εδώ ο μύθος έχει μια δική του νομοτέλεια, μια δική του ιδιότυπη λογική, την λεγόμενη έλλογη φαντασία που πηγάζει αναλλοίωτη από τα βάθη της ελληνικής αρχαιότητας, της αρχαίας ελληνικής μυθολογίας και μάλιστα από τους μύθους περί θεών και υπερφυσικών όντων. Όπως δηλαδή στην αρχαία μυθική γιγαντομαχία οι θεοί του Ολύμπου δεν μπορούσαν να νικήσουν στα σίγουρα τους Γίγαντες, γιατί και αυτοί ήταν θεϊκές οντότητες και χρειάστηκε κατά τι οι θεοί να υπερτερήσουν, κάτι πέρα από τις ιδιότητές τους, ώστε ο Δίας ζήτησε προς τούτο και πέτυχε την βοήθεια ενός θνητού, ενός βουκόλου, του τσοπάνη από το Μάρκασι και νίκησε το αντίπαλο στοιχειό.

Οι νεράϊδες της Ευρωστίνας

Τις νύχτες οι νεράϊδες κατεβαίνουνε απ’ την Ευρωστίνα στο Ζάχουλη και κλέβουνε κουκούλια από τα σπίτια. Τα χαράματα φορτωμένες με τα κουκούλια ξανεβαίνουνε στην Ευρωστίνα και χώνονται μέσα στους Αργαλειούς. Σ’αυτή τη σπηλιά, στην κορυφή της Ευρωστίνας δεν μπορεί να πλησιάσει άνθρωπος. Εκεί μέσα έχουνε οι νεράϊδες τα μαγγάνια τους και βγάζουν το μετάξι. Αν όμως κανείς έχει μπουκάλι με νερό θαλασσινό από σαράντα κύματα και ραντίσει τα φύλλα που τρώνε τα νινιά[5], τότε οι νεράϊδες όχι μόνο δεν παίρνουν από το σπίτι του το κουκούλι, αλλ’ αφήνουν εκεί και όλα τα κουκούλια που έκλεψαν από τα’ άλλα σπίτια και εξαφανίζονται.

Η Ευρωστίνα είναι το γνωστό οροπέδιο κατά τις βόρειες και απότομες απολήξεις του Χελμού, στην ανατολική παρυφή του οποίου βρίσκεται η Ζάχολη. Εξαιτίας της απότομης, σχεδόν κατακόρυφης πλαγιάς πάνω από την Ζάχολη, η πρόσβαση στο οροπέδιο ήταν σχεδόν αδύνατη και μόνο οι βοσκοί της περιοχής ανέβαιναν με τα γίδια τους. Το πιο απρόσιτο σημείο ήταν η Μαυροσπηλιά, προς την κορυφή, που καλείται και Αργαλειοί, ονομασία μεταγενέστερη που καθιέρωσε η παρούσα παράδοση για τις νεράιδες της περιοχής. Στις απότομες όμως αυτές πλαγιές της Ευρωστίνας, αλλά και στην γύρω από το οροπέδιο περιοχή, αναβλύζουν πλήθος μεγάλων και μικρότερων πηγών που καθιστούν την περιοχή ποτιστική και την Ζάχολη δροσερή και καταπράσινη. Κύρια καλλιέργεια οι κερασιές, παλαιότερα όμως οι μουριές, λόγω των οποίων υπήρχε σημαντική σηροτροφία[6] σε κάθε σπίτι του χωριού. Όλα αυτά, στην τοπική αυτή παράδοση που αναφερόμαστε συνιστούν το πραγματικό μέρος, τον «λόγο» καθώς επίσης πραγματικό ήταν και το γεγονός ότι συχνά έκλεβαν ο επιτήδειοι του χωριού κουκούλια από τα σπίτια κατά την διάρκεια της νύχτας. Προς αποφυγή του τελευταίου επινοήθηκαν οι «κλέφτρες νεράιδες», το καθαρά, δηλαδή,  φανταστικό μέρος και επιλέχθη ο μύθος ο οποίος έγινε εύκολα αποδεκτός ως τοπική παράδοση, αφού ήδη μύθοι με νεράιδες κυριαρχούσαν ανέκαθεν στην περιοχή που γέμει, όπως αναφέραμε. Πηγών και σπηλαίων, κύρια ως γνωστόν ενδιαιτήματα των νεραϊδών κατά την νεότερη και την αρχαία ελληνική μυθολογία. Επιστέγασμα της δια του μύθου συγκάλυψης του πραγματικού γεγονότος, της συνεχούς κλοπής κουκουλιών, είναι το αναφερόμενο, ότι όταν βρεθούν σε κάποιο σπίτι τα κλαπέντα κουκούλια, αυτά κατά τον μύθο άφησαν εκεί οι νεράιδες που καταδιώχτηκαν από τον νοικοκύρη με το θαλασσινό νερό από σαράντα κύματα.

Το στοιχειό της Κορίνθου

Αυτό το παράδειγμα τοπικής κορινθιακής παράδοσης έρχεται από το πεδινό τμήμα της και το έχει καταγράψει ο Νικόλαος Πολίτης. Εις το κάστρο της Κορίνθου είναι ένα σπίτι, που κάθε νύχτα βγαίνει εις αυτό στοιχειό. Ένας χωροφύλακας εκοιμήθη μια φορά εκεί μέσα και το πρωί ξύπνησε με πρησμένο το πρόσωπο, γιατι τη νύχτα το στοιχειό του βούλωσε το πρόσωπο με τη βούλλα του και του ρούφηξε το αίμα του. Το στοιχειό αυτό έχει τρεις μούρες.

Το πραγματικό στοιχείο σ’ αυτή την παράδοση δεν είναι άμεσα αντιληπτό. Είναι έμμεσο, αλλά όμως σαφές και μάλιστα πολλαπλό και συνίσταται στα εξής:

α) επικρατούσε η φήμη σε πανελλήνια κλίμακα ότι σε παλιά σπίτια και χαλάσματα, μέσα σε εγκαταλειμμένα κάστρα της τουρκοκρατίας υπήρχε κρυμμένος ή ξεχασμένος θησαυρός. Η φήμη αυτή τροφοδότησε πολλές παραδόσεις στις οποίες, όλες ανεξαιρέτως, την θησαυρό φύλαγε πάντοτε ένα στοιχειό που για να σ’ αφήσει να βρεις τον θησαυρό, έπρεπε προηγουμένως να σου ρουφήξει το αίμα.

β) ειδικά στο κάστρο της Κορίνθου υπήρχε η πληροφορία, από την εποχή της Επανάστασης και μέχρι σήμερα, ότι εκεί είχε θάψει ο Κιαμήλ-Μπέης τον αμύθητο θησαυρό του που δεν μπόρεσαν ποτέ να βρουν οι ‘Έλληνες. Η σχετική ειδησεογραφία αναφέρει κατά καιρούς πάμπολλες απόπειρες λαθρανασκαφέων που επιχείρησαν να βρουν τον ανεκτίμητο θησαυρό.

γ) πολλές φορές, όπως αναφέρουν οι εφημερίδες του περασμένου αιώνα στα σχετικά παραστατικά, όταν η αναζήτηση του θησαυρού μέσα σε τέτοια κάστρα γινόταν από δύο συνεργάτες, ο ένας την κατάλληλη στιγμή δολοφονούσε τον σύντροφό του, εφ’ ενός για να βρει και να καρπωθεί μόνος του τον θησαυρό και αφ’ ετέρου για να ικανοποιήσει την προϋπόθεση, να προσφέρει δηλαδή αίμα στο υποτιθέμενο στοιχειό.

Στην περίπτωση της παράδοσης αυτής από την Κόρινθο, το θύμα ήταν ένας χωροφύλακας και η παράδοση υπονοεί ότι τον χτύπησαν οι λαθρανασκαφείς για να μην λογοδοτήσουν στο όργανο της τάξεως που τους είχε υποπτευθεί και τους παρακολουθούσε.

Το ιδιάζον όμως σημείο του καθαρού μύθου, στην τοπική αυτή παράδοση, είναι η μορφή του φοβερού στοιχειού, που δεν απαντά σε καμία άλλη ανάλογη παράδοση του ευρύτερου, όπως είπαμε, ελληνικού χώρου. Το στοιχειό λοιπόν αυτό είχε τρεις μούρες και αυτό ακριβώς είναι το σημείο που συνδέει άμεσα την παράδοση αυτή με αρχαία και καταπληκτικά όμοια παράδοση που αναφέρει ο Λουκιανός[7] και μάλιστα από τον ίδιο ακριβώς χώρο της Αρχαίας Κορίνθου. Σε ένα σπίτι της Κορίνθου, αναφέρει ο Λουκιανός, υπήρχε ένα στοιχειό που κατατρόμαζε όποιον εισερχόταν εκεί και είχε τρεις φοβερές όψεις: σκύλου, ταύρου και λέοντος. Και εύλογα πλέον ανακύπτει το ερώτημα: η παράδοση αυτή που κατέγραψε ο Νικόλαος Πολίτης στην σημερινή εποχή από την Κόρινθο, είναι αυτοτελής και αυθύπαρκτη ή μήπως αποτελεί απλή αναβίωση και παραλλαγή της αρχαίας κορινθιακής παράδοσης; Ως προς το καθαρά μυθικό της μέρος, πότε έγινε ο μύθος, στην σημερινή εποχή ή στην εποχή του Λουκιανού; Όσο και αν ψάξουμε, μοιραία θα καταλήξουμε σε αυτό που διατύπωσε περί μύθων ο Στέφανος ο Βυζάντιος, ότι: «ο Μύθος δεν έγινε ποτέ, αλλά πάντοτε υπήρχε».


[1] Απολλοδώρου Βιβλιοθήκη 1,34, βλ. και Ν.Γ. Πολίτου, Παραδόσεις, τ, Β’, σ. 1118

[2] Απολλοδώρου Βιβλιοθήκη 2,78 βάλων (Ηρακλής) βέλεσι πεπυρωμένοις ηνάγκασεν εξελθειν (την υδραν)

[3] Απολλοδώρου Βιβλιοθήκη 2,84 τους μεν ουν πρωτους τολμησαντας (Κενταύρους) εισω παρελθειν ‘Άγχιον και Άγριον Ηρακλης ετρεψαντο βάλλων δαλοις.

[4] Βουκόλος/βοσκός

[5] Οι νεαροί μεταξοσκώληκες που τους τρέφουν με φύλλα μουριάς.

[6] Η τέχνη της εκτροφής μεταξοσκωλήκων για την παραγωγή μεταξιού.

[7] Ο Λουκιανός ο Σαμοσατεύς (125 – 180 μ. Χ.) ήταν ρήτορας και σατιρικός συγγραφέας που έγραφε στην ελληνική γλώσσα. Ήταν ο δημιουργός του σατιρικού διαλόγου και από τους σημαντικότερους αττικιστές συγγραφείς της Δεύτερης σοφιστικής.

admin

6 νέα κρούσματα στην Κορινθία – 484 στην Ελλάδα, 255 διασωληνωμένοι, 17 θάνατοι

Previous article

Διώρυγα Κορίνθου

Next article

You may also like

Comments

Leave a reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *