ΙΣΤΟΡΙΑ

Ακρόπολη: 200 χρόνια από την επανάσταση ο Οθωνισμός επισκιάζει την πολιτιστική κληρονομιά

0

Οι τελευταίες μέρες έφεραν εξελίξεις σε σχέση με ένα πρόβλημα της πολιτιστικής κληρονομιάς που εδώ και καιρό ταλανίζει την κοινωνία. Αυτό των παρεμβάσεων στην Ακρόπολη.  Ένα πρώτο θετικό συμπέρασμα που δείχνει την διαγενεακή δύναμη της κληρονομιάς είναι ότι σχεδόν όλοι έχουν άποψη. Πλατιά στρώματα που ιστορικά δεν συνήθιζαν να αντιδρούν σε τέτοια θέματα τώρα έχουν άποψη και την εκφράζουν μέσω των ΜΚΔ. Αυτό συμβαίνει κύρια γιατί η πρόσληψη της μνημειακής αναφοράς και της κληρονομιάς δεν μένουν σταθερές στον χρόνο. Η μνημειακή αναφορά που είναι λάθος να την προσεγγίζουμε με τρόπο χαοτικό και μεταφυσικό. Αποτελεί μια δυναμικά εξελισσόμενη  βιο-κοινωνική διαδικασία που δεν την χαρακτηρίζει όμως μια στενή γραμμικότητα. Διαδικασία που συν-διαμορφώνει την όλη κοσμολογική αντίληψη και τον ψυχισμό των ανθρώπινων κοινοτήτων από την εποχή της κυριότερης για τον άνθρωπο επαναστατικής γνωσιακής μετάβασης των αρχών της Μέσης παλαιολιθικής  περιόδου. Μια βιο-κοινωνική διαδικασία που την χαρακτηρίζει η κάθετη μεταφορά πληροφοριών. Όπως έχω ξαναγράψει είναι ότι θετικότερο για τις επιστήμες της κληρονομιάς που η κοινωνία με τρόπο μαζικό υπερασπίζεται την κληρονομιά πέρα από λογικές αυταπάτες ή πολλές φορές και φαντασιακές προσλήψεις.

Οι αντιδράσεις των τοπικών κοινωνιών για την αντιεπιστημονική επιλογή στο μετρό Θεσσαλονίκης, για την ανατροπή- καταστροφή εντός  μνημειακών συνόλων όπως  στον Ισθμό Ιεράπετρας, οι αντιδράσεις για την κληρονομιά από την Τήνο, Άνδρο, Νότια Εύβοια, έως τα βουνά των Αγράφων και της Θεσπρωτίας εκφράζουν την αγωνία της κοινωνίας για την κληρονομιά τους που τους απαλλοτριώνεται δια μέσω των νόμων. Εκφράζουν τον πόνο τους για το μέρος του “είναι” τους που χάνουν. Εκφράζουν την αγωνία τους προς την κοινωνία γενικά, μα και προς τους υπεύθυνους (στην βάση συμβάσεων) διεθνείς οργανισμούς προστασίας της κληρονομιάς.

Η αλήθεια είναι ότι δεν περιμένουν κάτι ιδιαίτερο  από την διοίκηση. Δεν περιμένουν τίποτα γιατί δεν μπορείς να πιαστείς από ένα μαχαίρι που κρατάει άλλος. Η διοίκηση, και μέσω του νόμου του 2020 με ένα επίτηδες σαθρό σε σχέση με ορολογίες και διαδικασίες, επιτελικό — στην βάση της πολιτικής ισχύος και των αυθεντιών αρχαιογνωστών —  νόμο, στην βάση κυρίως του ελλείμματος κάθε δημοκρατικής επίφασης στην πρόσληψη και την διαχείριση της κληρονομιάς, κόντρα στις συνταγματικές επιταγές περί ισότιμης νομής των υλικών και άυλων πολιτιστικών αξιών έχει στην ουσία απαλλοτριώσει σε μεγάλο βαθμό τις αξίες αυτές. Μάλιστα προσεκτικός παρατηρητής θα διαπιστώσει ότι η απαλλοτρίωση αυτή ως διαδικασία γιγαντώνεται μέρα με την μέρα με τρόπο ευθέως ανάλογο με την διαδικασία απαλλοτρίωσης δικαιωμάτων των πολιτών. 

Αυτή η αντίφαση των διαχρονικών πολιτικών της διοίκησης με τις συνταγματικές επιταγές και με το “είναι” των τοπικών κοινωνιών στην ουσία εκφράζεται σήμερα μέσω αυτών των πολύμορφων αντιδράσεων της κοινωνίας  και της επιστημονικής κοινότητας. Εκφράζεται ακόμα η δύναμη του περιβάλλοντος (με τη γενική έννοια του όρου) μέσα στο οποίο ζούμε, το οποίο καθορίζει σε μεγάλο βαθμό τις όποιες επιλογές μας (δες άρθρο στον Ημεροδρόμο «Το περιβάλλον στο οποίο ζούμε μας καθορίζει»). Η δύναμη της ίδιας της ιστορίας. Των κεντρικών δηλαδή επιλογών στα θέματα κληρονομιάς από την εποχή του Οθωνα που μας ακολουθεί έως τις μέρες μας.

Στον τύπο δημοσιεύθηκε αντίδραση- απάντηση του υπηρεσιακού θεσμικού οργάνου ΕΣΜΑ (Eπιτροπή Συντήρησης Μνημείων Ακροπόλεως) (H Eπιτροπή Συντήρησης Μνημείων Ακροπόλεως απαντά για το «τσιμέντωμα»: «Ανακρίβειες και παραπληροφόρηση») κατά επιστημών που καλούν σε συλλογή υπογραφών για το μνημειακό σύνολο της Ακρόπολης (133 Επιστήμονες και άνθρωποι του Πολιτισμού απευθύνουν Έκκληση – SOS για τις επεμβάσεις στην Ακρόπολη) .

Την ίδια μέρα έγινε μια ανοιχτή στην κοινωνία ιδιαίτερα αποκαλυπτική τηλεδιάσκεψη για το ίδιο θέμα στην οποία συμμετείχαν επιστήμονες της κληρονομιάς που οργανώθηκε από την πλατφόρμα του FB της Culture through Politics.

Συμμετείχαν όχι μόνον αρχαιολόγοι ή αρχιτέκτονες. Θα μπορούσε να γράψει κανείς πολλά. Εδώ ας δούμε μόνο μερικές παραμέτρους.  Από την συζήτηση -τηλεδιάσκεψη προέκυψε με τρόπο ξεκάθαρο η μη δημοκρατική, μη διεπιστημονική, πολιτική του ΥΠΟΑ. Η παρουσίαση είναι ελεύθερα προσβάσιμη και μπορεί ο καθένας να το διαπιστώσει άσχετα αν είναι επιστήμονας της κληρονομιάς ή όχι. Όλες οι απόψεις μας έκαναν πλουσιότερους. Κυρίως όμως ξεχωρίζω την παρουσίαση της κυρίας Εφη Μουγκαράκη  πού με τρόπο μεστό και εμπεριστατωμένο ανέδειξε τις στρεβλές διαχειριστικές πρακτικές και το μη νόμιμο της όλης διαδικασίας επεμβάσεων στο μνημειακό σύνολο από το ΥΠΟΑ . Πρακτικές που και στην βάση των παραπάνω διαχειριστικών στρεβλώσεων κρίνονται ως  αντιεπιστημονικές.  Για αυτό δεν θα μείνουμε σε αυτό το ζήτημα.

Σε σχέση με το κάλεσμα των επιστημόνων της κληρονομιάς για υπογραφές έχει πολλά σημεία που δεν μπορώ να ταυτιστώ, κύρια γιατί δεν στοχεύουν στις βαθιές αιτίες και στους όρους πάνω στους οποίους εδράζεται το όλο πρόβλημα. Αφού επισημάνουμε ότι σε κάθε περίπτωση έκαναν  το καθήκον τους ως επιστήμονες πρέπει να κατανοήσουμε ότι  είναι ξεκάθαρο πως δεν είναι πρόβλημα ανθρώπων. Δεν είναι ακόμα ούτε πρόβλημα εξειδικευμένης επιστημονικής κατάρτισης αφού πολλοί μεταξύ τους ως επιστήμονες συνεργάζονται. Υπερβαίνει κάθε μια τέτοια κατάρτιση γιατί κύρια δεν αποτελεί ένα θέμα κλασικής αρχαιολογίας ή αρχιτεκτονικής.  Το μνημειακό σύνολο της Ακρόπολης δεν είναι ένα θέμα κλασικής αρχαιολογίας. Για αυτό άλλωστε έχει θεσπιστεί ως μνημείο παγκόσμιας κληρονομιάς και όχι ως μια ανοιχτή αρχαιολογική ανασκαφή δοσμένων στρωμάτων ή καταλοίπων. Μνημείο παγκόσμιας κληρονομιάς είναι γιατί ο χαρακτήρας του είναι πολυδιάστατος. Δεν είναι ούτε μόνο αρχαιολογικός, μα ούτε μόνο αρχιτεκτονικός. Αποτελεί  ανάμεσα σε ποικίλες μορφές ολιστικής ή στενά τεχνοκρατικής πρόσληψης  και ένα τοπίο μιας “διεθνούς φαντασίωσης” όσο όμως  και μιας “εθνικής φαντασίωσης”.

Στα πλαίσια της εθνικής φαντασιακής μνημειακής αναφοράς έγινε από την εποχή του Όθωνα στόχος μιας επιστημονικοφανούς και  μη διεπιστημονικής αντιμετώπισης. Μιας συστηματικής διαδικασίας “κάθαρσης” που αποτυπώνεται  μέσω  της αυστηρής και ανελαστικής αντικειμενικότητας των υλικών, αρχαιολογικών και μη, τεκμηρίων. Τεκμηρίων που ο αρχαιολόγος δεν έχει το δικαίωμα να αμελεί στην όποια προσέγγισή του. Πολύ περισσότερο όταν συνδέει την εργασία του με έννοιες όπως συντήρηση, αποκατάσταση, αναστύλωση,  αναπαλαίωση, που κατά την γνώμη μου όχι τυχαία, από τον νόμο του 2002 προσλαμβάνονται αξιωματικά, χαοτικά, με σαθρό τρόπο.  

Όπως πολύ σωστά διαπιστώνει ο καθ. Γιάννης Χαμηλάκης εδώ και τουλάχιστον δύο αιώνες η εθνική αφήγηση και οι πρακτικές της κάνουν στην Ακρόπολη, αλλά και στο νέο μουσείο της ό,τι και στην κοινωνία συνολικότερα: ξορκίζουν την ετερότητα, εθνοτική, θρησκευτική ή πολιτισμική.  Όμως ο ίδιος ο φυσικός ιστορικός τόπος ως οργανική ενότητα αποτελεί στην βάση και της αρχαιολογικής τεκμηρίωσης μια πολυεπίπεδη πολιτιστική οργανική ενότητα όπου συναντώνται και πλέκονται διάφορες μνημειακές αναφορές. Από την αναφορά ως κέντρο της εποχής του χαλκού, από την αναφορά ως κέντρο της αρχαϊκής και κλασικής περιόδου έως την Ρωμαϊκή και την πολυεπίπεδη  αναφορά της Ρωμιοσύνης και της Οθωμανικής διοίκησης στα χρόνια της Οθωμανικής εποχής. Από την αναφορά της ως σύμβολο της κλασικής Αθήνας ή ως τόπος σύμβολο αντίστασης του Αθηναϊκού λαού έως την φυσική αναφορά της ως χώρος ζωντανός όπου η φύση εξακολουθεί να υπάρχει κόντρα στην τσιμεντοποίηση της ανθρωποκαίνου περιόδου. Ως τέτοιο είναι το μνημειακό σύνολο αντιληπτό διεπιστημονικά  και προστατευόμενο από την διεθνή κοινότητα. Οχι ως σύνολο υλικών τεκμηρίων μιας περιόδου μερικών χρόνων ή ενός , δύο αιώνων. Ως τέτοιο πρέπει να διαφυλαχτεί και για τις επόμενες γενιές που ίσως θα έχουν μια διαφορετική πρόσληψη του μνημειακού συνόλου απ’ ότι εμείς σήμερα. Θα διαθέτουν νεότερες τεχνολογίες, υλικά κλπ.

Σε όλους τους παραπάνω  λόγους εδράζεται και η σχετική αστοχία της απάντησης της ΕΣΜΑ.   Η έκλυση υπογραφών για το μνημείο από τους επιστήμονες είχε διεπιστημονικό και πολιτικό χαρακτήρα αφού επικέντρωνε εκτός των άλλων σε ζητήματα διαχείρισης της κληρονομιάς. Η απάντηση της ΕΣΜΑ ως θεσμικού οργάνου είναι αντιδεοντολογική και δεν συνάδει με τον ρόλο της ως θεσμικού επιστημονικού οργάνου. Θεσμικά όργανα αλλά ειδικά επιστήμονες δεν μπορούν να στρέφονται κατά ανθρώπων που εκφράζουν μια άλλη άποψη. Τόσο τα θεσμικά όργανα όσο και οι επιστήμονες στοχεύουν ή πρέπει να στοχεύουν αιτίες, στρατηγικές, μεθοδολογίες, πρακτικές και πολιτικές. 

Αυτός ήταν ο λόγος που σε παλαιότερη αρθρογραφία μου υπερασπίστηκα τον επιστήμονα Μανώλη Κορρέ παρά το ότι η χρήση μπετόν, και αυτό άσχετα αν η περιεκτικότητά του σε τσιμέντο είναι της τάξης του 14, 16, ή 18%.  Δεν έχει καμία ευθύνη για το όλο πλαίσιο στο οποίο καλείται να προσφέρει τις γνώσεις του και την εργασία του. Το ότι η όλη πολιτική σε σχέση με το μνημείο, αλλά και σε σχέση γενικά με την κληρονομιά δεν εδράζεται σε μια διεπιστημονική, ανοικτή στην κοινωνία, δημοκρατική προσέγγιση δεν είναι φυσικά ευθύνη του καθ. Μανώλη Κορρέ. Για το ότι π.χ. οι κοινωνικά ενεργές διαδικασίες προστασίας μνημειακών χώρων δεν συμπεριλαμβάνονται στην πολιτισμική πολιτική φυσικά και δεν έχει ευθύνη. Απάντηση στο κύμα διαμαρτυριών απλών πολιτών όπως και στην παρέμβαση των επιστημόνων, ή ακόμα  σε αυτή του ICOMOS, έπρεπε να δώσει η πολιτική διεύθυνση που σύμφωνα με το σύνταγμα είναι υπεύθυνη ως διαχειρίστρια της ισότιμης  νομής των πολιτών επί της κληρονομιάς και εδώ συγκεκριμένα του μνημειακού συνόλου της Ακρόπολης. Όχι η διορισμένη με τον α΄ ή β΄ τρόπο θεσμική υπηρεσία και αυτό άσχετα αν στην συγκεκριμένη περίπτωση από αρχαιολογική άποψη έχουν δίκιο ή όχι. Η ορθή ή όχι τοποθέτηση εδράζεται κύρια στον βαθμό και την ποιότητα της διεπιστημονικής πρόσληψης του μνημειακού συνόλου της Ακρόπολης. Από τις αναφορές των ειδικοτήτων των καταξιωμένων θεματικών επιστημόνων της ΕΣΜΑ  (δίχως να φταίνε οι ίδιοι για το γεγονός) αυτό δεν προκύπτει.   Πως να προκύπτει άλλωστε όταν  πχ οι Μουσειολόγοι στην Ελλάδα δεν έχουν κατοχυρωμένα επαγγελματικά δικαιώματα; Πως να προκύπτει όταν παιδιά σπουδασμένα σε δομές επίσημες και κρατικές, όταν παιδιά  πολυτάλαντα, με ιδιαίτερο πεδίο πρόσληψης των μνημειακών συνόλων οδηγούνται να κάνουν ντελίβερι.

Υπεύθυνη για τις στρεβλές και ξεπερασμένες επιστημονικά προσεγγίσεις στα μνημειακά σύνολα  είναι η διαχρονική κυρίαρχη πολιτική σε σχέση με την κληρονομιά που αναπαράγει λογής στρεβλώσεις. Είναι η ίδια πολιτική που πετάει ως σκουπίδια αυτούς τους νέους επιστήμονες Μουσειολόγους. Είναι η ίδια πολιτική και όχι οι άνθρωποι, που ανατρέπει, καταστρέφει τα φυσικά ιστορικά τοπία ως κληρονομιά στα βουνά ή στα νησιά βλέποντάς τα μόνο ως πεδία μιας “ανάπτυξης” του “αέρα”. Ανάπτυξης αλλότριας με τις πραγματικές ανάγκες και τα συμφέροντα των ένλογων ζωντανών τμημάτων εκείνων των φυσικών ιστορικών τόπων.  

Είναι η ίδια πολιτική που από την εποχή του Όθωνα έχει διαχρονικά καταστρέψει την ανθρωπολογική κληρονομιά. Την στιγμή που η Ελλάδα θα μπορούσε να είναι υπερδύναμη παλαιοανθρωπολογικής, ανθρωπολογικής έρευνας και τεκμηρίωσης, είναι αυτή ακριβώς η πολιτική και όχι οι άνθρωποι που όχι μόνο δεν βοηθάει την έρευνα, μα απαλλοτριώνει όλον αυτόν τον πλούτο από τον Ελληνικό λαό. Χθες το Ελληνικό κράτος πρέπει να είχε εντάξει στην πολιτιστική του πολιτική επιστήμονες από διάφορους κλάδους. Χθες έπρεπε να είχε εκπονηθεί μια ολοκληρωμένη πολιτιστική πολιτική στην βάση των σύγχρονων επιστημονικών προσεγγίσεων. Χθες έπρεπε να είχε αξιοποιηθεί με ανοιχτό και δημοκρατικό τρόπο όλο το έμψυχο υλικό, όλα εκείνα τα παιδιά με ποικίλες δεξιότητες γύρω από θέματα κληρονομιάς για να διασώσουν και να αναπτύξουν ζητήματα κληρονομιάς που οι μονολιθικές προσεγγίσεις τύπου “γουίντοους” και η διασπασμένη για αλλότριους λόγους επιστήμη, ούτε μπορεί να δει, μα πολύ περισσότερο να διασώσει.

Ένα μικρό παράδειγμα . 200 χρόνια από την Ελληνική επανάσταση και ενώ η λέξη πατρίδα κλίνεται από τις πολιτικές και επιστημονικές ελίτ σε όλες τις πτώσεις, η πατρίδα, “το φυσικό και πολιτιστικό είναι” πολλών περιοχών της πατρίδας,  με συστηματικό τρόπο εξαφανίζεται. Όλα αυτά τα χρόνια η ένλογη πχ κληρονομιά εξαφανίζεται. Παραδείγματα πολλά από Αρβανίτικες και Βλάχικες ομιλούμενες κληρονομιές έως και Κρητικές. 100 χρόνια τώρα η Κρητική ένλογη κληρονομιά για παράδειγμα επιβιώνει με σχεδόν ανηρημένο τρόπο σε ελάχιστους ηλικιωμένους. Μόνες τους οι τοπικές κοινωνίες με χίλια βάσανα διασώζουν την μουσική κληρονομιά. Η ένλογη όμως κληρονομιά είναι μια ξεχωριστή τράπεζα πληροφοριών και πλούτου. Όπως αποδεικνύουν οι γλωσσολόγοι οδεύει προς εξαφάνιση, αν δεν έχει ήδη εξαφανιστεί. Τόσο χρόνια η Ελληνική πολιτεία όσο όμως και  η τεμαχισμένη γραφειοκρατική επιστημονική πρόσληψη της κληρονομιάς δεν κατάφερε να φτιάξει ένα σχολείο, ένα φροντιστήριο για τις ιδιαίτερες πατρίδες. Ήταν θέμα χρημάτων; Ασφαλώς και όχι. Υπάρχουν και οι άνθρωποι και οι επιστημονικοί μέθοδοι και οι δομές. Αυτό που απουσιάζει είναι πάνω απ’ όλα η  αγάπη και η διεπιστημονική πρόσληψη της φυσικο-ιστορικής κληρονομιάς. Αυτό που ξεχειλίζει είναι η κυρίαρχη προσέγγιση που επέβαλαν διαχρονικά οι Οθωνικές λογικές οι διάφοροι “καραβοκύρηδες”  “πειρατές” ως στυλοβάτες τους και οι “ανάγκες” τους.

Βασιζόμενος, όπως σε κάποιο παραπάνω σημείο, στα λόγια του καθ. Γ. Χαμηλάκη για την Ακρόπολη, μεταλλάσσοντάς τα και εντάσσοντάς τα στο όλο σκεπτικό  πρόσληψης της κληρονομιάς ως “οργανική ενότητα” :  Γίνεται ολοφάνερο πως δύο αιώνες τώρα η φαντασιακή εθνική αφήγηση και οι πρακτικές της στα ζητήματα κληρονομιάς,  μακριά και πέρα από κάθε διεπιστημονική λογική,  κάνουν ό,τι και στην κοινωνία συνολικότερα: ξορκίζουν την ετερότητα, εθνοτική, θρησκευτική ή πολιτισμική. Ξορκίζουν εντέλει και μεταλλάσσουν το είναι ή καλύτερα τα είναι του Ελληνικού λαού.

 Συνειδητοποιώντας τα παραπάνω κατανοούμε μέσα από διαφορετικό πρίσμα το λυπηρό φαινόμενο καταστροφής ή βεβήλωσης μνημείων εθνικών μας ηρώων  από νέους.

Οι νέοι κυρίως, των επιστημών της κληρονομιάς, θα πρέπει να αγκαλιάσουν την κοινωνία και όλες τις προσπάθειες διάσωσης της φυσικής – ιστορικής κληρονομιάς, όλες τις προσπάθειες επιστημονικής έρευνας και τεκμηρίωσης. Να ανατρέψουν με την ίδια τους την συλλογική δουλειά και έρευνα  όλο εκείνο το βαλτώδες επίπεδο  γραφειοκρατικής επιστημονικής  αριθμητικής  αποτίμησης που οδηγεί τις επιστήμες της κληρονομιάς σε κρίση ευθέως ανάλογη με την κρίση στο επίπεδο των οικονομικών σχέσεων. Σε μια εντέλει, ανικανότητα διεκπεραίωσης του επιστημονικού ρόλου των επιστημών της κληρονομιάς.  Μια κρισιακή κατάσταση που οδηγεί την πληροφορία, τη γνώση όχι στο υποκείμενο, δηλαδή τις τοπικές κοινωνίες και τα φυσικά ιστορικά τοπία. Αλλά αντίθετα,  συγκεντρωμένη ως “χρηματιστηριακή αξία” σε παγκόσμια κέντρα αποκομμένα από το υποκείμενο, μετρημένα στα δάκτυλα ενός χεριού.

Εκατοντάδες φυσικά ιστορικά τοπία που κινδυνεύουν, τοπικές κοινωνίες ως ζωντανά κομμάτια τους περιμένουν βοήθεια. Όταν η επιστήμη βρίσκεται σε κρισιακή κατάσταση όπως στις μέρες μας, όταν ο εναγκαλισμός της με ανάγκες ξένες προς την επιστήμη κυριαρχούν , μόνη λύση και αναγκαιότητα αποτελεί η αναίρεση του ίδιου του πεδίου επιστημονικής παραγωγής. Το πλάτεμά του μέσα στο ερευνητικό υποκείμενο, δηλαδή τις ίδιες τις τοπικές κοινωνίες και τα φυσικά ιστορικά τοπία.

 Αυτό ειδικά στις μέρες μας, που αντιεπιστημονικές επιλογές κρατάνε τις σχολές κλειστές, ειδικά στις μέρες μας που όπως στις περιόδους της κατοχής η κρατική αστυνομία αγκαλιάζει τις ελεύθερες πανεπιστημιακές διαδικασίες, άρα και την έρευνα,  η  αναίρεση  του πεδίου που εδράζεται η όλη κρισιακή κατάσταση αποτελεί αναγκαιότητα. Μια αναγκαιότητα που μόνο μέσα από συλλογικές, ανοικτές, δημοκρατικές διαδικασίες, επιστημονικής παραγωγής, μακριά από κάθε ελιτισμό μπορεί να γίνει πράξη. Οι διαμαρτυρίες είναι μεν χρήσιμες γιατί αναδεικνύουν τα συσσωρευμένα προβλήματα αλλά δεν αρκούν. Ειδικά δεν αρκούν στην επιστημονική κοινότητα, στους νέους επιστήμονες φοιτητές που αποκόπτονται τόσο από το υποκείμενο όσο και από το αντικείμενο της έρευνας. Αυτό που δεν προσφέρεται ελεύθερα πρέπει να κατακτηθεί με τρόπο συλλογικό και ανοικτό. 

Οι μουσειολόγοι, οι περιοδικά εργαζόμενοι ή άνεργοι νέοι αρχαιολόγοι, οι λοιποί επιστήμονες της κληρονομιάς το μόνο που μπορούν να χάσουν είναι την ανασφάλεια και την ανεργία τους.

Τα 200 χρόνια από την επανάσταση είναι αρκετά για να ανατρέψουν τις Οθωνικές λογικές στα θέματα της κληρονομιάς.

Μανώλης Κλώντζας, ΑρχαιολόγοςΈδρα Αρχαιολογίας και Μουσειολογίας-Unesco MASARYK University
Ερευνητικό Επιστημονικό Κέντρο ARCHAIA Brno

«Είμαστε όλοι Έλληνες»- 200 χρόνια από την ελληνική επανάσταση με την πένα του Γερμανικού Τύπου

Previous article

Άνοιξη 2021 : Εαρινή ισημερία σήμερα και η μέρα μεγαλώνει κι άλλο

Next article

You may also like

Comments

Leave a reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *