Life

Ημέρα του Νοσηλευτή: Η ραχοκοκαλιά του συστήματος Υγείας «γιορτάζει»… η απαξίωση παραμένει

0

Η 12η του Μαΐου ορίστηκε το 1965  ως Παγκόσμια Ημέρα αφιερωμένη στο νοσηλευτικό προσωπικό. Πέρασαν πρώτα δύο Παγκόσμιοι Πόλεμοι, όπου οι νοσηλευτές κι οι νοσηλεύτριες κέρδιζαν τη μάχη σε ένα εντελώς διαφορετικό μέτωπο, πέρασε και μία πανδημία, αυτή της ισπανικής γρίπης, πέρασε η έξαρση της φυματίωσης, θεραπεύτηκε η λέπρα με την ανακάλυψη της πενικιλίνης κι όμως, χρειάστηκε να φτάσουμε στο 1965 για να αναγνωριστεί -τυπικά- το λειτούργημα των ανθρώπων που περισσότερο κι από τους γιατρούς, βρίσκονται πάνω από το κεφάλι του ασθενή κάθε λεπτό του 24ωρου.

Η ανθρωπότητα έδινε μάχες, παράλληλα δίνονταν κι οι μάχες της ιατρικής κι όμως, από την τελευταία πανδημία έναν αιώνα πριν, μέχρι την τωρινή έχουν αλλάξει πολύ λίγα πράγματα στον τρόπο που η κοινωνία και η πολιτεία αντιμετωπίζουν τον κλάδο της νοσηλευτικής. Έχουμε, στην πραγματικότητα, μάλλον την ίδια σχεδόν αντίληψη. Βλέπουμε πάντοτε τους γιατρούς ως απόλυτη και μοναδική λύση απέναντι στη μάχη με ένα τραύμα ή μία νόσο, αλλά σταθερά παραγκωνίζεται το έργο των ανθρώπων που κάνουν και την ίαση πιο εφικτή και τον θάνατο πιο ανώδυνο. Γιατί στα νοσοκομεία μερικές φορές δεν μπαίνουμε για να θεραπευτούμε, αλλά για να ζήσουμε. Και -μερικές φορές-, για να πεθάνουμε όσο γίνεται πιο ανώδυνα.

Πώς θα ήταν τα νοσοκομεία χωρίς νοσηλευτές

Όποιος έχει περάσει από το σύστημα Υγείας ως ασθενής, γνωρίζει ότι η μισή ευθύνη για την ίαση, ή την ομαλή του κατεύθυνση προς μία καλύτερη ποιότητα ζωής, ανήκει στους νοσηλευτές. Στην πλειοψηφία τους στις νοσηλεύτριες, αφού εξακολουθεί να θεωρείται ένα “γυναικείο” επάγγελμα.

Ο ρόλος αυτών των λειτουργών είναι ο πιο βαρύς. Είναι υπεύθυνοι για την ώρα που θα ξυπνήσει ο ασθενής, θα ξεκινήσει την θεραπεία του, θα πάρει τα χάπια που πρέπει, θα ελέγξει αν έχει πυρετό και πίεση. Έπειτα, είναι αυτοί οι άνθρωποι που πρέπει να βρούνε λειτουργική φλέβα “όχι καμμένη, όχι σπασμένη, όχι θρομβωμένη), για να μπορέσουν να πάρουν αίμα ακόμη και τρεις, τέσσερις φορές την ημέρα.

Είναι οι ίδιοι λειτουργοί που θα αντιμετωπίσουν όλες τις αποχρώσεις του ασθενούς: Θα ξεσπάσει πάνω τους την χαρά, την απόγνωση, τον φόβο, την θλίψη και τα νεύρα. Θα πρέπει να πλύνουν και να αλλάξουν πάνες σε όσους δεν μπορούν να αυτοεξυπηρετηθούν. Θα προσπαθήσουν να τους ανακουφίσουν ψυχολογικά, ακόμα και με τραγούδια αν χρειαστεί, γιατί στην πραγματικότητα θα έρθουν σε επαφή με τον ασθενή δέκα φορές πιο συχνά από τους γιατρούς. Και, βέβαια, είναι συχνά εκείνοι που θα πρέπει να ενημερώσουν τον γιατρό ότι ο ασθενής, πέθανε ή, στο θετικό σενάριο, χρειάζεται άμεσα τρόπο να κρατηθεί εν ζωή. 

Έτσι, λοιπόν, οι νοσηλεύτριες και οι νοσηλευτές είναι οι σημαντικοί αυτοί εργαζόμενοι ανάμεσα στους υγειονομικούς, που καθορίζουν την ευμάρεια της “κυψέλης”. Αν είναι εξουθενωμένοι ή αν το νοσοκομείο είναι υποστελεχωμένο, τότε ο ασθενής κινδυνεύει πολύ περισσότερο. Και σωματικά και ψυχολογικά.

Νοσηλευτές υπάρχουν και εκτός των νοσοκομείων

Αν η πρώτη μας σκέψη στο άκουσμα της λέξης “νοσοκομείο” είναι οι γιατροί, ποια είναι η πρώτη μας σκέψη όταν ακούμε την λεξη “γηροκομείο”;

Πέρα από τους ανθρώπους που απασχολούνται στο ΕΣΥ, υπάρχουν και οι “ελεύθεροι επαγγελματίες” του κλάδου. Αυτοί, δηλαδή, που θα δουλέψουν με ηλικιωμένους ασθενείς είτε αναλαμβάνοντας την κατ’οίκον νοσηλεία τους, είτε απασχολούμενοι σε ιδιωτικά γηροκομεία. Νοσηλευτές -θεωρητικά- υπάρχουν σε σχολεία και θα έπρεπε να υπάρχουν σε όλες τις μεγάλες εταιρείες, σε γυμναστήρια, σε γήπεδα κλπ.

Τι συμβαίνει με τους “ελεύθερους επαγγελματίες” του κλάδου, όμως; Πέρα από αυτούς που έχουν διοριστεί σε δημόσια ιδρύματα, κυρίως όσοι εργάζονται σε σπίτια δεν έχουν ούτε τυπική επαγγελματική αναγνώριση -που συνεπάγεται σωματείο, ένσημα, ασφάλεια και ασφάλιση, δικαιώματα- ούτε και σταθερότητα στη δουλειά τους. Είναι επισφαλέστερα εργαζόμενοι και σχεδόν “εποχιακοί”, μέχρι να καταφέρουν να πραγματοποιήσουν το όνειρο: Την πρόσληψη σε ένα νοσοκομείο.

Εκεί θα ξεκινήσει μία εξουθενωτική και άγρια καθημερινότητα με βάρδιες από πρωί μέχρι και νύχτα, ειδικά τώρα, τους καιρούς της πανδημίας.

Η πανδημία

Αυτήν την στιγμή, όσο διαρκεί η πανδημία, διαρκεί και το διάστημα που έχουν περάσει οι νοσηλεύτριες και οι νοσηλευτές χωρίς άδεια, χωρίς ύπνο και χωρίς να πληρώνονται για όλα αυτά. Δεν υπάρχουν υπερωρίες, ούτε χαμένα ρεπό, ούτε και χαμένες άδειες. Δεν υπάρχει ούτε και αύξηση των μισθών, ούτε καν μέριμνα για αύξηση του δυναμικού στα νοσοκομεία. Όχι απλώς για να μην εξοντωθούν οι ίδιοι, αλλά και για να μην εξοντωθούν οι ασθενείς. Παράλληλα, ισχύει ακόμη η αναστολή εργασίας… 

Ωστόσο, τους χειροκροτήσαμε, ακόμη κι αν στην υπόλοιπη βαλκανική χερσόνησο αντί για χειροκροτήματα, είχαν αυξήσεις στους μισθούς τους. Όσο για την Ευρωπαϊκή Ένωση, η Ελλάδα είναι τελευταία στην αναλογία νοσηλευτών ανά ασθενή. Το ίδιο συμβαίνει και με τις απολαβές -αλλά οι χαμηλές απολαβές και τα εξαντλητικά ωράρια στη χώρα μας δεν αφορούν μόνο τους νοσηλευτές. Την ίδια μοίρα έχουν και οι νέοι γιατροί.

Πριν καν την αρχή της πανδημίας, μέσα στα νοσοκομεία ακούγαμε να μας λένε για τριήμερες (!) βάρδιες 72 ωρών. τόσο για τους νοσηλευτές, όσο και για τους ειδικευόμενους γιατρούς, για να μπορέσουν να καλυφθούν οι καλοκαιρινές άδειες των συναδέλφων. Κι έπειτα ήρθε ο κορωνοϊός κι ανέδειξε όλα τα τεράστια προβλήματα κι όλες τις εγκληματικές ελλείψεις.

Τον τελευταίο χρόνο έχουμε ασχοληθεί ιδιαίτερα με τις ελλείψεις στον ιατρικό κλάδο, της σοβαρότατες ανάγκες για επιπλέον ΜΕΘ, αλλά οι ελάχιστες ειδήσεις που αφορούν τους νοσηλευτές, πέρασαν στα ψιλά γράμματα.

Καθώς ο κλάδος ζητούσε -μάτωνε, για την ακρίβεια- επιπλέον ενίσχυση, ο υπουργός Υγείας Βασίλης Κικίλιας ανακοίνωσε ότι οι επικουρικοί -με σύμβαση 18 μηνών- θα μονιμοποιηθούν, πράγμα που θα έδινε μία “ανάσα”, αν και όχι μόνιμη λύση, στα νοσοκομεία της χώρας. Τι έγινε τελικά; Οι μονιμοποιήσεις μετατράπηκαν στο ισχύον μοντέλο, δηλαδή σε προσλήψεις μέ μοριοδότηση, δηλαδή στον  βασικό αριθμό προσλήψεων που γίνεται και πριν την πανδημία.

Δεν άλλαξε απολύτως τίποτα, δηλαδή. Αντ’ αυτού, οι νοσηλευτές δουλεύουν ακόμη σε καθεστώς επισφάλειας, τόσο εργασιακής όσο αφορά τους επικουρικούς, όσο και σωματικής, αφού ούτε ήταν οι πρώτοι που εμβολιάστηκαν, ούτε αναφέρεται πουθενά επίσημα -παρά μόνο εντός του νοσοκομείου- πόσοι έχουν νοσήσει και πόσοι έχουν μεταφέρει τη νόσο σε ασθενείς μη κόβιντ.

Χωρίς μάσκες, χωρίς στολές και τώρα χωρίς εμβόλια. Αυτή είναι η πορεία της πανδημίας για τους νοσηλευτές σε μόλις μία φράση.

Τι λένε οι ίδιοι

Πριν την πανδημία, οι νοσηλευτές ζητούσαν ενίσχυση του δυναμικού, προγράμματα εκπαίδευσης για τους ήδη εργαζόμενους -η επιστήμη προχωράει όσο προχωράει και η ζωή και, φυσικά, καλύτερες συνθήκες εργασίας.

Διεκδικούσαν όχι μόνο αναγνώριση, αλλά κυρίως, ορατότητα. όΠως η ίδια η κοινωνία απαξιώνει το έργο τους, έτσι διαχρονικά -και διακυβερνητικά- το απαξίωσε η Πολιτεία. Ούτε για τον πολίτη, ούτε και για το κράτος ήταν ποτέ ο νοσηλευτής το αδιαμφισβήτητο  αυτό τμήμα της λειτουργίας του νοσοκομείου. Ακόμη και οι επίδοξοι γιατροί, μέχρι την στιγμή που θα μπούνε στο νοσοκομείο, θα μιλήσουν για τους νοσηλευτές ως “βοηθητικό” προς αυτούς προσωπικό. Η πραγματικότητα θα τους διαψεύσει την πρώτη φορά που θα δούνε νεκρό ασθενή και την πρώτη φορά που δεν θα καταφέρουν να βρουν φλέβα, που θα “παγώσουν” και η έμπειρη νοσηλεύτρια θα τους πει “κάνε στην άκρη”. Και ευτυχώς, θα πει ένας ασθενής.

Το ζήτημα της ορατότητας είναι το κυρίαρχο και αυτήν και κάθε στιγμή. Καμία κυβέρνηση ως τώρα δεν καταφερε να ικανοποιήσει επαρκώς τα αιτήματα του νοσηλευτικού προσωπικού και, επί της ουσίας, του ίδιου του νοσοκομείου, του ασθενούς, πάνω απ’ όλα, ακόμη κι αν ο ασθενής δεν το (ανα)γνωρίζει. Ένας από τους βασικότερους λόγους που τα σωματεία των γιατρών είναι πιο δυναμικά και κάνουν μεγαλύτερη φασαρία, είναι ότι οι νοσηλευτές δεν θα προλάβουν να κάνουν τον ίδιο σαματά, ούτε να διεκδικήσουν με απεργίες, πορείες, συναντήσεις με υπουργούς. Αυτό συμβαίνει επειδή είτε θα δουλεύουν, είτε θα πρέπει να κοιμηθούν για να εργαστούν ξανά.  Μπορείτε να φανταστείτε ένα νοσοκομείο χωρίς νοσηλευτές; Απλώς δεν υπάρχει, κυριολεκτικά. 

Με την πανδημία τα αιτήματα παραμένουν μεν τα ίδια, αλλά δίνεται κι ένα μάθημα. Μπορεί για την ώρα να μην έχουμε ούτε στοιχεία, ούτε επίσημες μαρτυρίες για τους νοσηλευτές που νόσησαν και που μετέδωσαν τη νόσο σε ασθενείς, όμως αυτό δεν θα είναι ένα μυστικό που θα κρατηθεί για πάντα. Κάποτε όλα αυτά θα τελειώσουν και η πληγή που άφησε πίσω της η πανδημία, θα γίνει γνωστή.

Έτσι συμβαίνει με τις διεκδικήσεις, οι πληγές αλλάζουν και τον χαρακτήρα τους. Καρκινοπαθείς που νόσησαν με κόβιντ, κατέληξαν από τον κόβιντ και όχι από τον καρκίνο, αυτό είναι ένα παράδειγμα και η βεντάλια των παραδειγμάτων είναι πλατιά. Η νέες διεκδικήσεις των υγειονομικώς ως σύνολο -και επί μέρους- μετά την πανδημία, πιθανότατα δεν ξέρουμε κι ούτε και γνωρίζουν ακόμη ποιες θα είναι. Αλλά πάντοτε βασική ανάγκη είναι η ορατότητα.

Προς το παρόν, οι πιο σκληρά εργαζόμενοι της πανδημίας, οι νοσηλευτές, ζητούν καλύτερα ωράρια, ενίσχυση του προσωπικού, προστασία των ήδη εργαζομένων από τον κορωνοϊό  και το δικαίωμα στον… ύπνο. Για όλες τις άυπνες βάρδιες, τις εξοντωτικές, τις επισφαλείς και τις απλήρωτες.

Πανελλήνιες εξετάσεις 2021: Ανακοινώθηκε το πρόγραμμα

Previous article

Λουτράκι: Ακύρωσε την απόφαση του δημοτικού συμβουλίου για τη μετεγκατάσταση του ΚΤΕΛ η Αποκεντρωμένη Διοίκηση

Next article

You may also like

Comments

Leave a reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

More in Life